Τα τελευταία χρόνια, η διαχείριση της χρήσης κινητών τηλεφώνων στα σχολεία έχει αναδειχθεί σε ζήτημα έντονου ενδιαφέροντος, τόσο στον δη...
Τα τελευταία χρόνια, η διαχείριση της χρήσης κινητών τηλεφώνων στα σχολεία έχει αναδειχθεί σε ζήτημα έντονου ενδιαφέροντος, τόσο στον δημόσιο λόγο, όσο και στο πλαίσιο της σχολικής κοινότητας. Πολλά εκπαιδευτικά συστήματα διεθνώς, και πλέον και στην Ελλάδα, έχουν θεσπίσει μέτρα περιορισμού ή πλήρους απαγόρευσης της χρήσης κινητών κατά τη διάρκεια της σχολικής ημέρας, με στόχο τη μείωση των περισπασμών, τη βελτίωση της ακαδημαϊκής επίδοσης των μαθητών και μαθητριών της αίσθησης του ανήκειν και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής στα σχολικά περιβάλλοντα.
Εν όψει της συνολικής απαγόρευσης της χρήσης μέσων κοινωνικής δικτύωσης από άτομα κάτω των 15 ετών η πρωτοβουλία Live Without Bullying του ΚΜοΠ - Κέντρου Κοινωνικής δράσης και καινοτομίας, σε συνεργασία με το Κέντρο Ασφαλούς Διαδικτύου (Saferinternet4kids) διεξήγαγαν έρευνα σε πάνω από 300 εκπαιδευτικούς, με στόχο τη διερεύνηση των στάσεών τους σχετικά με τον περιορισμό χρήσης κινητών τηλεφώνων στα σχολεία και τις τρέχουσες προκλήσεις hou αντιμετωπίζουν.
H πρόσφατη έρευνα έφερε στο φως μια πολύ πιο σύνθετη και ανησυχητική πραγματικότητα. Πίσω από τα ποσοστά της πειθαρχίας κρύβεται μια αθέατη κρίση που αφορά την ψυχική υγεία των μαθητών, αλλά και την αδυναμία των ενηλίκων να διαχειριστούν το μέτρο στην πράξη.
Το «ψηφιακό στερητικό» σύνδρομο στην αυλή του σχολείου
Το πιο συγκλονιστικό στοιχείο της έρευνας, αφορά τον ψυχολογικό αντίκτυπο της αποσύνδεσης. Ενώ περισσότεροι από δύο στους τρεις συμμετέχοντες δηλώνουν ότι το μέτρο εφαρμόζεται σε μεγάλο ή πολύ μεγάλο βαθμό στο σχολείο τους και παράλληλα, πολλοί το συνδέουν με θετικές αλλαγές στην καθημερινή λειτουργία της τάξης (ενδεικτικά: το 73,1% παρατηρεί λιγότερους περισπασμούς κατά τη διάρκεια του μαθήματος, το 60,2% διαπιστώνει βελτίωση στην πειθαρχία και την οργάνωση της τάξης, το 55,9% θεωρεί ότι έχει αυξηθεί η δια ζώσης επικοινωνία μεταξύ των μαθητών και των μαθητριών, το 49,7% εκτιμά ότι έχει ενισχυθεί και η προσοχή ή η συμμετοχή των μαθητών στο μάθημα), από την άλλη πλευρά σχεδόν έξι στους δέκα εκπαιδευτικούς (59,9%) δηλώνουν ότι έχουν παρατηρήσει σαφείς ενδείξεις ψυχολογικής επιβάρυνσης στους μαθητές, όπως αυξημένο άγχος και έντονες δυσκολίες στην κοινωνική αλληλεπίδραση.

Για μια γενιά που μεγάλωσε με την οθόνη ως βασικό εργαλείο κοινωνικοποίησης, η ξαφνική απομάκρυνση του κινητού δεν φέρνει αυτόματα την ηρεμία. Αντίθετα, προκαλεί ένα ιδιότυπο στερητικό άγχος. Το 75,7% των παιδιών δυσκολεύεται πραγματικά να αποχωριστεί τη συσκευή του κατά τη διάρκεια της σχολικής ημέρας, με το 87,1% των καθηγητών να υπογραμμίζει ότι η βαθιά εξάρτηση των μαθητών είναι ο κύριος παράγοντας που υπονομεύει την αποτελεσματικότητα του μέτρου. Τα παιδιά στην αυλή συχνά δεν ξέρουν πώς να επικοινωνήσουν δια ζώσης, νιώθοντας έκθετα χωρίς την «ασφάλεια» του ψηφιακού τους κόσμου.

Καθηγητές-αστυνόμοι και γονείς σε άρνηση
Η έρευνα, στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 340 εκπαιδευτικοί από όλη την Ελλάδα, αποκαλύπτει επίσης ένα σοβαρό θεσμικό αδιέξοδο. Το 57% των ίδιων των εκπαιδευτικών παραδέχεται ότι αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες στην καθημερινή εφαρμογή και την αστυνόμευση του μέτρου. Αντί να εστιάζουν στο εκπαιδευτικό τους έργο, μετατρέπονται σε «διώκτες» συσκευών, γεγονός που αλλοιώνει τη σχέση εμπιστοσύνης με τους μαθητές.
Η έρευνα, στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 340 εκπαιδευτικοί από όλη την Ελλάδα, αποκαλύπτει επίσης ένα σοβαρό θεσμικό αδιέξοδο. Το 57% των ίδιων των εκπαιδευτικών παραδέχεται ότι αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες στην καθημερινή εφαρμογή και την αστυνόμευση του μέτρου. Αντί να εστιάζουν στο εκπαιδευτικό τους έργο, μετατρέπονται σε «διώκτες» συσκευών, γεγονός που αλλοιώνει τη σχέση εμπιστοσύνης με τους μαθητές.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο από τη στάση των οικογενειών.
Το 66,7% των συμμετεχόντων εκτιμά ότι οι γονείς δυσκολεύονται να στηρίξουν έμπρακτα την απαγόρευση. Είτε από υπερπροστατευτικότητα είτε από το δικό τους άγχος να βρίσκονται σε διαρκή σύνδεση με τα παιδιά τους, πολλοί γονείς ακυρώνουν το μέτρο στην πράξη, δημιουργώντας μια σύγχυση στους μαθητές για το ποιος τελικά ορίζει τους κανόνες.
Το ηλικιακό χάσμα και η επόμενη ημέρα στα social media
Ένα ακόμη εύρημα που χρήζει προσοχής είναι ότι οι μαθητές δεν αποτελούν μια ενιαία μάζα. Το 81,3% των εκπαιδευτικών τονίζει ότι οι αντιδράσεις διαφέρουν ριζικά ανάλογα με την ηλικία. Οι μεγαλύτεροι έφηβοι στο Λύκειο, έχοντας ταυτίσει την προσωπική τους ταυτότητα με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, προβάλλουν τις πιο σθεναρές αντιστάσεις.
Την ίδια στιγμή, οι εκπαιδευτικοί εμφανίζονται θετικοί (σε ποσοστό 84,2%) απέναντι στην επικείμενη γενική απαγόρευση των social media για παιδιά κάτω των 15 ετών. Ωστόσο, προειδοποιούν ότι χωρίς αυστηρούς μηχανισμούς επιβεβαίωσης ηλικίας από τις ίδιες τις πλατφόρμες (όπως ζητά το 78,1%), ο νόμος θα παραμείνει ένα γράμμα κενό περιεχομένου.
Το τελικό συμπέρασμα της έρευνας φαίνεται να στέλνει ένα ηχηρό μήνυμα προς το Υπουργείο Παιδείας: οι οριζόντιες απαγορεύσεις και οι ποινές δεν αρκούν από μόνες τους. Το συντριπτικό 93,6% των εκπαιδευτικών ξεκαθαρίζει ότι το μέτρο θα αποτύχει αν δεν συνοδευτεί άμεσα από συμπληρωματικές πολιτικές. Απαιτείται η εισαγωγή δημιουργικών εναλλακτικών δραστηριοτήτων στα σχολεία που θα ενισχύσουν τη δια ζώσης επικοινωνία, καθώς και μια συστηματική ψηφιακή αγωγή.
Τι προτείνουν οι εκπαιδευτικοί για την αποτελεσματικότερη εφαρμογή των μέτρων
Τα ευρήματα επιβεβαιώνουν ότι η αποτελεσματική διαχείριση της χρήσης κινητών τηλεφώνων στα σχολεία απαιτεί μια ολοκληρωμένη προσέγγιση που θα συνδυάζει την πρόληψη, την εκπαίδευση και τη συνεργασία μεταξύ σχολείου, οικογένειας και Πολιτείας.
Στο πλαίσιο αυτό, η έρευνα διατυπώνει σειρά συστάσεων πολιτικής, με στόχο την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των υφιστάμενων μέτρων και την προώθηση της υπεύθυνης χρήσης των ψηφιακών τεχνολογιών από τα παιδιά και τους εφήβους. Μεταξύ άλλων, προτείνεται:
- η ενίσχυση του ψηφιακού αλφαβητισμού και της υπεύθυνης χρήσης της τεχνολογίας μέσα από συστηματικές εκπαιδευτικές δράσεις,
- η ουσιαστική ενημέρωση και υποστήριξη γονέων και φροντιστών,
- η ανάπτυξη δημιουργικών εναλλακτικών δραστηριοτήτων στο σχολικό περιβάλλον που ενισχύουν την κοινωνική αλληλεπίδραση,
- η διαμόρφωση πολιτικών που βασίζονται σε επιστημονικά δεδομένα και λαμβάνουν υπόψη τις εμπειρίες εκπαιδευτικών, μαθητών και οικογενειών.
Η Δρ. Αντωνία Τορρένς, Γενική Δ/ντρια του ΚΜΟΠ και Πρόεδρος της COFACE Families Europe επισημαίνει: «Η έρευνα δείχνει ότι η απαγόρευση μπορεί να αποτελέσει ένα χρήσιμο πρώτο βήμα, αλλά δεν αρκεί. Χρειάζεται να προσφέρουμε στα παιδιά δημιουργικές δραστηριότητες που ενισχύουν τη δια ζώσης επικοινωνία, να ακούμε τις εμπειρίες και τις ανάγκες τους και να στηρίζουμε εκπαιδευτικούς και οικογένειες με γνώσεις και πρακτικά εργαλεία. Μόνο έτσι τα όρια μπορούν να λειτουργήσουν ως μέρος μιας ολοκληρωμένης προσέγγισης εκπαίδευσης, πρόληψης και υποστήριξης».
Από την πλευρά της η Δρ. Παρασκευή Φραγκοπούλου, Συντονίστρια του Ελληνικού Κέντρου Ασφαλούς Διαδικτύου, του Ινστιτούτου Πληροφορικής του ΙΤΕ αναφέρει: «Η έρευνα δείχνει ότι οι εκπαιδευτικοί στηρίζουν σε μεγάλο βαθμό τα υπάρχοντα μέτρα. Όμως το μήνυμά τους προς την Πολιτεία είναι εξίσου σαφές: οι περιορισμοί δεν αρκούν χωρίς σταθερές και συστηματικές παρεμβάσεις. Χρειαζόμαστε περισσότερη εκπαίδευση για την ασφαλή και υπεύθυνη χρήση της τεχνολογίας, ουσιαστική ενημέρωση παιδιών και γονέων και μια συνεκτική πολιτική ψηφιακής αγωγής που θα δίνει στα παιδιά όχι μόνο όρια, αλλά και τις δεξιότητες για να διαχειρίζονται υπεύθυνα την ψηφιακή τους ζωή».
Δεν υπάρχουν σχόλια
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.