Η ανθυποβρυχιακή «ομπρέλα» του Πολεμικού Ναυτικού αρχίζει σταδιακά να αποκτά ξανά το βάθος και τις δυνατότητες που απαιτεί το εξαιρετικά ...
Η ανθυποβρυχιακή «ομπρέλα» του Πολεμικού Ναυτικού αρχίζει σταδιακά να αποκτά ξανά το βάθος και τις δυνατότητες που απαιτεί το εξαιρετικά σύνθετο επιχειρησιακό περιβάλλον του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου. Η είσοδος των MH-60R Romeo στη Διοίκηση Αεροπορίας Ναυτικού, η σταδιακή ένταξη των νέων φρεγατών FDI HN κλάσης «ΚΙΜΩΝ» και η προσπάθεια επαναφοράς των P-3 Orion σε πλήρη επιχειρησιακή δράση αποτελούν τρεις διαφορετικούς αλλά απολύτως συμπληρωματικούς κρίκους μιας αλυσίδας που το Πολεμικό Ναυτικό επιχειρεί να ξαναχτίσει έπειτα από χρόνια σημαντικών περιορισμών.
Η ουσία του σχεδιασμού δεν βρίσκεται μόνο στην ποιότητα κάθε νέου μέσου ξεχωριστά, αλλά κυρίως στη δυνατότητα τα πλοία επιφανείας, τα ελικόπτερα, τα αεροσκάφη ναυτικών επιχειρήσεων και τα ελληνικά υποβρύχια να λειτουργούν ως ένα ενιαίο ανθυποβρυχιακό δίκτυο. Ένα σύστημα στο οποίο μια πρώτη ύποπτη υποβρύχια επαφή μπορεί να εντοπιστεί από τη φρεγάτα, να αναληφθεί από το οργανικό MH-60R, να την κλειδώσει το αεροσκάφος ναυτικής συνεργασίας και ταυτόχρονα να μεταδοθεί στα ελληνικά υποβρύχια που επιχειρούν στην ίδια ευρύτερη περιοχή.
Στο σύγχρονο ανθυποβρυχιακό πόλεμο άλλωστε δεν υπάρχει ένα και μοναδικό σύστημα που μπορεί να ελέγξει μόνο του μια τεράστια θαλάσσια περιοχή. Το μεγάλο πλεονέκτημα προκύπτει από τον συνδυασμό διαφορετικών αισθητήρων, διαφορετικών πλατφορμών και διαφορετικών μεθόδων εντοπισμού. Και αυτό ακριβώς επιχειρεί να δημιουργήσει ξανά ο Στόλος.
MH-60R Romeo: Οι νέοι «κυνηγοί» υποβρυχίων
Στο επίκεντρο αυτής της προσπάθειας βρίσκονται τα τρία MH-60R Seahawk που έχουν ήδη παραληφθεί και επιχειρούν με το Πολεμικό Ναυτικό, ενώ αναμένονται ακόμη τέσσερα ελικόπτερα, τα οποία θα συμπληρώσουν τον συνολικό ελληνικό στόλο των επτά Romeo. Η άφιξη και των τελευταίων τεσσάρων αποτελεί κρίσιμο ορόσημο για τη Διοίκηση Αεροπορίας Ναυτικού, καθώς θα επιτρέψει στο Πολεμικό Ναυτικό να αναπτύξει πλέον σε πλήρη κλίμακα τη νέα γενιά ανθυποβρυχιακών ελικοπτέρων και να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες που δημιουργεί η σταδιακή ένταξη των FDI στον Στόλο.
Η άφιξη των Romeo σηματοδοτεί ένα τεράστιο άλμα σε σχέση με τις δυνατότητες των παλαιότερων ανθυποβρυχιακών ελικοπτέρων. Το MH-60R χαρακτηρίζεται ως η πλέον προηγμένη έκδοση της οικογένειας Seahawk, με ολοκληρωμένο mission system και αισθητήρες που επιτρέπουν στα πληρώματα να αναζητούν ταυτόχρονα υποβρύχια και μονάδες επιφανείας και να ιεραρχούν τις απειλές που εντοπίζονται. Τα πρώτα τρία ελληνικά Romeo παραδόθηκαν το 2024 και εντάχθηκαν στο Κοτρώνι δίπλα στα S-70B/B-6 Aegean Hawk.
Το μεγάλο επιχειρησιακό πλεονέκτημα του MH-60R είναι ότι μεταφέρει την ανθυποβρυχιακή έρευνα μακριά από το πλοίο. Μια φρεγάτα μπορεί να διαθέτει εξαιρετικούς αισθητήρες, όμως η φυσική της θέση περιορίζει το σημείο από το οποίο πραγματοποιείται η έρευνα. Το ελικόπτερο μπορεί μέσα σε ελάχιστο χρόνο να κινηθεί δεκάδες ναυτικά μίλια μπροστά ή στο πλάι της δύναμης, να ερευνήσει διαφορετικούς τομείς και να αναγκάσει ένα εχθρικό υποβρύχιο να αντιμετωπίσει απειλές από διαφορετικές κατευθύνσεις.
Αυτό έχει τεράστια σημασία σε ένα περιβάλλον όπως το Αιγαίο, όπου το έντονο υποθαλάσσιο ανάγλυφο, τα νησιά, τα στενά περάσματα και οι συνεχείς μεταβολές στις συνθήκες του νερού κάνουν την ανθυποβρυχιακή έρευνα ιδιαίτερα απαιτητική. Το υποβρύχιο μπορεί να χρησιμοποιεί το περιβάλλον για να μειώσει την πιθανότητα εντοπισμού του. Το ελικόπτερο όμως μπορεί να αλλάζει γρήγορα θέση και να μεταφέρει τους αισθητήρες του εκεί όπου ο τακτικός διοικητής εκτιμά ότι υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα επαφής.
Η αξία του Romeo αυξάνεται ακόμη περισσότερο όταν λειτουργεί ως οργανικό ελικόπτερο μιας νέας FDI. Τότε η εικόνα που συλλέγει δεν αντιμετωπίζεται αποσπασματικά, αλλά συμπληρώνει τα δεδομένα των αισθητήρων του πλοίου και δημιουργεί έναν πολύ μεγαλύτερο ανθυποβρυχιακό «κύκλο» γύρω από τη δύναμη.
FDI HN: Η νέα καρδιά του ανθυποβρυχιακού πολέμου επιφανείας
Οι φρεγάτες FDI HN αποτελούν το δεύτερο και ιδιαίτερα κρίσιμο κομμάτι της νέας αρχιτεκτονικής. Η πρώτη ελληνική FDI, η φρεγάτα «ΚΙΜΩΝ», έχει ήδη περάσει στον Στόλο, ενώ ο Στόλος έως το 2028 θα διαθέτει στη φαρέτρα του συνολικά τέσσερις υπερσύγχρονες φρεγάτες. Οι FDI έχουν σχεδιαστεί για επιχειρήσεις υψηλής έντασης σε όλους τους τομείς του ναυτικού πολέμου, με ιδιαίτερα ισχυρές δυνατότητες και απέναντι σε υποβρύχια τελευταίας γενιάς.
Στον ανθυποβρυχιακό πόλεμο το μεγάλο τους πλεονέκτημα βρίσκεται στον συνδυασμό αισθητήρων, συστήματος διαχείρισης μάχης, οργανικού ελικοπτέρου και τορπιλών. Οι FDI μπορούν να μεταφέρουν ελικόπτερο κατηγορίας δέκα τόνων, δηλαδή το MH-60R, ενώ διαθέτουν τέσσερις τορπιλοσωλήνες και τορπίλες MU90.
Κεντρικό ρόλο έχει το μεταβλητού βάθους sonar CAPTAS-4. Το συγκεκριμένο σύστημα έχει σχεδιαστεί ώστε ο αισθητήρας του να μπορεί να τοποθετείται σε διαφορετικά βάθη, ξεπερνώντας σε σημαντικό βαθμό έναν από τους μεγαλύτερους περιορισμούς του ανθυποβρυχιακού πολέμου: τα διαφορετικά στρώματα θερμοκρασίας και αλατότητας που επηρεάζουν τη διάδοση του ήχου μέσα στο νερό. Το CAPTAS-4 περιγράφεται ως σύστημα ενεργητικής και παθητικής επιτήρησης 360 μοιρών, μεγάλης ακτίνας, με ιδιαίτερη χρησιμότητα σε απαιτητικά περιβάλλοντα όπως η Μεσόγειος.
Στην πράξη, η FDI μπορεί να λειτουργεί ως κεντρικός κόμβος μιας ολόκληρης ανθυποβρυχιακής επιχείρησης. Το CAPTAS-4 μπορεί να δώσει την αρχική ένδειξη μιας επαφής σε μεγάλη απόσταση, το πλοίο να αξιολογήσει τα δεδομένα μέσω του συστήματος μάχης και στη συνέχεια να στείλει το MH-60R στην περιοχή ώστε να πραγματοποιήσει πιο στοχευμένη έρευνα και να επιβεβαιώσει ή να απορρίψει την επαφή.
Αυτό ακριβώς αλλάζει ριζικά τη λογική των επιχειρήσεων. Η φρεγάτα δεν χρειάζεται να πλησιάσει το υποβρύχιο για να το εντοπίσει και το ελικόπτερο δεν χρειάζεται να ψάχνει «στα τυφλά» μια τεράστια θαλάσσια περιοχή. Ο ένας αισθητήρας καθοδηγεί τον άλλο και το πλεονέκτημα προκύπτει από τη συνεργασία τους.
Φωτογραφία OnAlert.gr / Κώστας ΣαρικάςΌταν το Romeo απονηώνεται από την FDI
Η επιχειρησιακή εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη όταν το οργανικό MH-60R απονηώνεται από μία FDI και αναλαμβάνει να επεκτείνει τον ανθυποβρυχιακό έλεγχο πολύ μακρύτερα από τη θέση της φρεγάτας.
Ένα πιθανό σενάριο περιλαμβάνει την αρχική αποκάλυψη μιας ύποπτης υποβρύχιας επαφής από το sonar του πλοίου. Τα στοιχεία της επαφής περνούν στο σύστημα μάχης και το Romeo κατευθύνεται στον πιθανό τομέα όπου βρίσκεται το υποβρύχιο. Το ελικόπτερο πραγματοποιεί τη δική του έρευνα, επιχειρεί να αποκτήσει ισχυρότερη επαφή και να προσδιορίσει με μεγαλύτερη ακρίβεια την πορεία και την ταχύτητα του στόχου.
Από εκεί και πέρα η FDI και το Romeo μπορούν να λειτουργήσουν σε συνδυασμό, αναγκάζοντας το εχθρικό υποβρύχιο να αντιδράσει ταυτόχρονα σε αισθητήρες που βρίσκονται σε διαφορετικές θέσεις. Το υποβρύχιο μπορεί να παραμένει αθέατο για έναν αισθητήρα και ταυτόχρονα να αποκαλύπτεται σε έναν δεύτερο. Αυτή είναι και η ουσία του πολυδιάστατου ανθυποβρυχιακού πολέμου, όπου η πληροφορία δεν προέρχεται από ένα μόνο σημείο.
Σε περίπτωση που η επαφή χαρακτηριστεί ως εχθρική και δοθεί εντολή εμπλοκής, τόσο το πλοίο όσο και το οργανικό ελικόπτερο αποτελούν δυνητικούς φορείς προσβολής, ενώ οι MU90 των FDI προσθέτουν ακόμη ένα επίπεδο στην ανθυποβρυχιακή άμυνα της δύναμης.
P-3 Orion: Τα κομμάτια που θα καλύψουν τη μεγάλη θαλάσσια εικόνα
Το τρίτο μεγάλο κομμάτι της εξίσωσης είναι τα P-3 Orion. Και εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη πρόκληση για το Πολεμικό Ναυτικό, καθώς το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού έχει περάσει από τεράστιες καθυστερήσεις και εξακολουθεί να βρίσκεται σε μεταβατική περίοδο.
Το ίδιο το Πολεμικό Ναυτικό αναφέρει σήμερα ότι η Μοίρα Αεροσκαφών Ναυτικού επιχειρεί με P-3 Orion και βρίσκεται σε «μεταβατική περίοδο εκσυγχρονισμού» του στόλου των P-3B. Οι αποστολές που αναφέρονται επίσημα περιλαμβάνουν επιχειρήσεις επιφανείας, ανθυποβρυχιακές επιχειρήσεις, έρευνα και διάσωση και αποστολές διοικητικής μέριμνας.
Αυτό που μπορεί να προσφέρει το P-3 σε σχέση με μια φρεγάτα ή ένα ελικόπτερο είναι διαφορετικό: μεγάλη ακτίνα δράσης και δυνατότητα κάλυψης τεράστιων θαλάσσιων περιοχών. Το P-3 χαρακτηρίζεται ως αεροσκάφος ναυτικής επιτήρησης μεγάλης παραμονής, σχεδιασμένο για αποστολές πάνω, στην επιφάνεια και κάτω από τη θάλασσα, σε μεγάλες αποστάσεις από τις βάσεις υποστήριξης.
Αυτή η δυνατότητα είναι εξαιρετικά σημαντική στην Ανατολική Μεσόγειο. Ένα P-3 μπορεί να καλύψει περιοχές που θα απαιτούσαν μεγάλο χρόνο για να προσεγγιστούν από ένα πλοίο και στις οποίες η χρήση ελικοπτέρου θα ήταν περιορισμένη από την ακτίνα και την αυτονομία του. Η αποστολή του δεν είναι απαραίτητα να «κυνηγά» μόνο του το υποβρύχιο έως το τέλος, αλλά να περιορίζει δραστικά τον χώρο αναζήτησης και να κατευθύνει άλλα μέσα προς την περιοχή ενδιαφέροντος.
Για αυτό και η επιστροφή των Orion έχει ιδιαίτερη επιχειρησιακή αξία. Χωρίς αεροσκάφος ναυτικής συνεργασίας, το Πολεμικό Ναυτικό διαθέτει εξαιρετικά αποτελεσματικούς αισθητήρες και όπλα σε τοπικό επίπεδο, αλλά δυσκολεύεται περισσότερο να διατηρήσει συνεχή εικόνα σε μια θαλάσσια περιοχή εκατοντάδων χιλιάδων τετραγωνικών χιλιομέτρων.
Τα Type 214 παραμένουν οι «σιωπηλοί κυνηγοί»
Υπάρχει όμως και ένας τέταρτος κρίκος, ο οποίος βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια και δεν πρέπει να υποτιμάται. Πρόκειται για τα υποβρύχια Type 214 κλάσης «ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ» αλλά και το αναβαθμισμένο «ΩΚΕΑΝΟΣ».
Τα τέσσερα Type 214 αποτελούν εδώ και χρόνια μία από τις σημαντικότερες επιχειρησιακές δυνατότητες του Πολεμικού Ναυτικού. Το πρώτο της κλάσης, ο «ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ», διαθέτει οκτώ τορπιλοσωλήνες και δυνατότητα μεταφοράς 16 τορπιλών και πυραύλων, ενώ τα νεότερα πλοία της κλάσης χρησιμοποιούν πρόωση με fuel cells που τους επιτρέπει να παραμένουν για μεγάλο διάστημα σε κατάδυση χωρίς να χρειάζεται να εκτεθούν για φόρτιση μπαταριών.
Στον ανθυποβρυχιακό πόλεμο, το υποβρύχιο είναι ταυτόχρονα «θήραμα» και «κυνηγός». Ένα Type 214 που επιχειρεί αθόρυβα σε έναν θαλάσσιο δίαυλο μπορεί να αποτελεί έναν από τους πιο επικίνδυνους αισθητήρες και φορείς προσβολής απέναντι σε εχθρικό υποβρύχιο.
Το μεγάλο πλεονέκτημα για το ΠΝ θα προκύπτει όταν και αυτά τα μέσα λειτουργούν μέσα στην ευρύτερη τακτική εικόνα. Η πληροφορία ότι εχθρικό υποβρύχιο κινείται προς έναν συγκεκριμένο τομέα μπορεί να αλλάξει ολόκληρη τη διάταξη ενός ελληνικού 214, να οδηγήσει σε ενέδρα ή να επιτρέψει στη δύναμη επιφανείας να αποκλείσει πιθανές οδούς διαφυγής.
Από το Αιγαίο μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο
Η ανάγκη για αυτή την πολυεπίπεδη ανθυποβρυχιακή «ομπρέλα» γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όσο το επιχειρησιακό ενδιαφέρον του Πολεμικού Ναυτικού μετακινείται πέρα από τα στενά όρια του Αιγαίου. Στην Ανατολική Μεσόγειο οι αποστάσεις μεγαλώνουν δραματικά. Μια ελληνική ναυτική δύναμη μπορεί να επιχειρεί εκατοντάδες ναυτικά μίλια μακριά από τις κύριες βάσεις και να χρειάζεται να εξασφαλίσει έναν τεράστιο θαλάσσιο χώρο απέναντι σε υποβρύχια που έχουν ως βασικό πλεονέκτημα την απόκρυψη.
Εκεί οι ρόλοι των διαφορετικών μέσων γίνονται ακόμη πιο ξεκάθαροι. Το P-3 προσφέρει την ευρεία εικόνα και μπορεί να ερευνήσει μεγάλους τομείς. Η FDI δημιουργεί την ανθυποβρυχιακή ζώνη προστασίας γύρω από τη δύναμη επιφανείας. Το MH-60R επεκτείνει αυτή τη ζώνη μακριά από το πλοίο και αντιδρά γρήγορα σε νέες επαφές. Τα Type 214 μπορούν να λειτουργούν ακόμη πιο μπροστά, αξιοποιώντας την αθόρυβη παρουσία τους για να ελέγχουν πιθανές περιοχές διέλευσης.Κανένα από αυτά τα μέσα δεν αρκεί μόνο του. Όλα μαζί όμως μπορούν να δημιουργήσουν μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για τον αντίπαλο και να περιορίσουν δραστικά τις περιοχές στις οποίες μπορεί να κινηθεί με ασφάλεια ένα εχθρικό υποβρύχιο.
Η πληροφορία που κλείνει τον κύκλο
Τελικά, όπως συμβαίνει πλέον σε κάθε σύγχρονη μορφή πολέμου, η πραγματική δύναμη δεν βρίσκεται μόνο στον αισθητήρα ή στο όπλο αλλά στη διασύνδεση των μέσων. Η FDI πρέπει να μπορεί να αξιοποιεί την εικόνα του Romeo. Το Romeo να λαμβάνει στοιχεία από το πλοίο και να τα επιστρέφει σε πραγματικό χρόνο. Το P-3 να μπορεί να «ανοίγει» μια περιοχή αναζήτησης και να κατευθύνει τη δύναμη επιφανείας προς αυτήν. Και τα ελληνικά υποβρύχια να αποτελούν ακόμη έναν κρίκο στην ίδια επιχειρησιακή εικόνα.
Σε αυτή ακριβώς τη λογική εντάσσεται και το νέο δόγμα του ΓΕΕΘΑ για ενιαία, διαλειτουργικά συστήματα διοίκησης και ελέγχου αντί για αποσπασματικές δυνατότητες. Η κατεύθυνση που έχει περιγραφεί επισήμως για την «Ατζέντα 2030» είναι η μετάβαση σε κοινό περιβάλλον συλλογής, επεξεργασίας και αξιοποίησης δεδομένων από διαφορετικούς αισθητήρες και Κλάδους.
Στον ανθυποβρυχιακό πόλεμο αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς το υποβρύχιο είναι από τη φύση του ένας δύσκολος, χαμηλού ίχνους και συνεχώς κινούμενος στόχος. Μια επαφή μπορεί να χαθεί μέσα σε ελάχιστο χρόνο και η επανάκτησή της να απαιτήσει τεράστια προσπάθεια. Όσο ταχύτερα περνά η πληροφορία από τον έναν αισθητήρα στον άλλο, τόσο λιγότερες πιθανότητες έχει το υποβρύχιο να υπερκεράσει την επαφή και να εξαφανιστεί.
Δεν υπάρχουν σχόλια
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.