Tελευταια Νεα

Τρίτη, Δεκεμβρίου 07, 2021

Γιατί οι ΗΠΑ δεν θα επιβάλλουν κυρώσεις στην Ινδία λόγω της συμφωνίας S-400 με τη Ρωσία σε αντίθεση με την Τουρκία







Σε αντίθεση με την Κίνα και την Τουρκία, που υπέστησαν κυρώσεις του νόμου CAATSA από τις ΗΠΑ, λόγω των S-400, η Ινδία φαίνεται ότι θα παραμείνει στο απυρόβλητο, αν και η ίδια προμηθεύεται το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα

Απτόητη από την προοπτική των ΗΠΑ να τις επιβάλουν κυρώσεις λόγω του νόμου CAATSA, η Ινδία άρχισε να εισάγει το ρωσικό αντιαρπορικό σύστημα S-400.

Φαίνεται ότι το Δελχί έχει προβεί στην ανάλυση του περιορισμένου κινδύνου που διατρέχει, λόγω των δεδομένων και αυξανόμενων στρατηγικών δεσμών που έχει αναπτύξει με την Ουάσιγκτον.

Οι προβλέψεις του νόμου CAATSA και η αγορά ρωσικών S-400 από την Ινδία

Η τάση για περαιτέρω σύσφιξη των σχέσεων ΗΠΑ-Ινδίας θα ενισχυθεί περαιτέρω υπό την Προεδρία Μπάιντεν, και για τον λόγο αυτό οι ΗΠΑ ψάχνουν να βρουν έναν τρόπο να παραιτηθούν από το νόμο CAATSA αναφορικά με την Ινδία.

Η Ινδία είχε κάνει παραγγελία 5,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων για πέντε μονάδες S-400 το 2018 και πλήρωσε στη Ρωσία την πρώτη δόση των 800 εκατομμυρίων δολαρίων το 2019. Οι παραδόσεις και των πέντε συστοιχιών πυραύλων σε δόσεις θα ολοκληρωθούν έως τον Απρίλιο του 2023.

Το CAATSA, που νομοθετήθηκε με συντριπτική πλειοψηφία και από τα δύο κόμματα του Κογκρέσου των ΗΠΑ, με τους Δημοκρατικούς και τους Ρεπουμπλικάνους να παρουσιάζουν σπάνια συναίνεση, τέθηκε σε ισχύ στις 20 Σεπτεμβρίου 2018, όταν ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ το υπέγραψε , προκειμένου να εφαρμόζεται έκτοτε.

Ο κύριος στόχος της ήταν η Ρωσία μετά την «προσάρτηση» της Κριμαίας, αν και ίσχυε εξίσου και εναντίον του Ιράν και της Βόρειας Κορέας.

Σύμφωνα με το CAATSA, οι αμερικανικές εταιρείες δεν επιτρέπεται να συνάπτουν οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα όπως, εξαγωγές-εισαγωγές αγαθών, υπηρεσιών και πνευματικών ιδιοκτησιών, με τις χώρες που υφίστανται κυρώσεις.

Αν και είναι ομοσπονδιακός νόμος των ΗΠΑ και δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε άλλες χώρες σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΟΕ, οι ΗΠΑ επιμένουν ότι οποιαδήποτε χώρα συμβάλλει στα οικονομικά οφέλη της Ρωσίας, της Βόρειας Κορέας και του Ιράν θα υπάγεται επίσης σε αυτόν τον νόμο όταν συναλλάσσεται με αμερικανικούς θεσμούς, συμπεριλαμβανομένων τις τράπεζες και το νόμισμα των ΗΠΑ.

Ωστόσο, εάν κάποιος προβεί σε βαθύτερο έλεγχο του CAATSA, υπάρχουν "παράθυρα" ώστε η Ινδία να μπορεί να αποτελέσει εξαίρεση εάν το επιθυμούν οι αρχές των ΗΠΑ.
Τα "παράθυρα" για μη εφαρμογή του νόμου CAATSA για την Ινδία

Δεδομένου ότι η Ινδία εισάγει γενικά όπλα μετά από αποφάσεις που λαμβάνονται είτε από το Συμβούλιο Άμυνας Εξαγοράς (DAC) με επικεφαλής τον Υπουργό Άμυνας είτε από το Συμβούλιο Προμηθειών Άμυνας (DPB) με επικεφαλής πάλι τον Υπουργό Άμυνας, θα μπορούσαν να επιβληθούν σύμφωνα με τον CAATSA κυρώσεις σε Iνδούς που ως άτομα που ενέχονται στην αγορά των S-400, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί αναζητούν δάνεια από τις ΗΠΑ, υποβάλλουν αίτηση για αμερικανικές βίζες ή αγοράζουν αμερικανικά ακίνητα και ούτω καθεξής.

Ωστόσο, οι κυρώσεις θα έχουν πραγματικά σημασία για την Ινδία, όταν δεν είναι σε θέση να αγοράσει τα ρωσικά όπλα πληρώνοντας σε δολάρια ΗΠΑ, το μόνο διεθνές νόμισμα μέσω του οποίου πραγματοποιούνται παγκόσμιες αγορές όπλων.

Επίσης η Ινδία θα αποτραπεί από την απόκτηση αμερικανικών όπλων, τεχνολογιών διπλής χρήσης από τις ΗΠΑ, εκτός εάν αυτά έχουν αναθεωρηθεί και εγκριθεί από την κυβέρνηση των ΗΠΑ.

Και ακριβώς εδώ βρίσκονται οι ελπίδες της Ινδίας.

Κατά την επανεξέταση, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ ή για το θέμα αυτό ο Υπουργός Εξωτερικών ή ο Υπουργός Οικονομικών μπορούν να ζητήσουν εξαιρετική μεταχείριση από το Κογκρέσο με την αίτηση ότι η εξαίρεση είναι προς τα ζωτικά συμφέροντα εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ να έχουν δεσμούς με την ενδιαφερόμενη χώρα, ότι δεν θα αύξανε σημαντικά τον κίνδυνο διακυβεύματος των αμυντικών συστημάτων και των επιχειρησιακών δυνατοτήτων των Ηνωμένων Πολιτειών και ότι η ενδιαφερόμενη χώρα που πρόκειτο να της επιβληθούν κυρώσεις, λαμβάνει μέτρα για να μειώσει τις συναλλαγές της όσον αφορά τις αγορές ρωσικών όπλων.

Η χαλαρή αντιμετώπιση από την Ινδία στο θέμα επιβολής κυρώσεων από τις ΗΠΑ αντλείται από τις σχετικές επισημάνσεις ανώτερων αξιωματούχων των ΗΠΑ στο πρόσφατο παρελθόν, για το εν λόγω θέμα.

Αμέσως αφότου η Τουρκία τέθηκε υπό τις αμερικανικές κυρώσεις, ο Βοηθός Υπουργός Εξωτερικών για Πολιτικές και Στρατιωτικές Υποθέσεις Clark Cooper απευθυνόμενος στον Τύπο είπε:

«Οι κυρώσεις CAATSA δεν έχουν σχεδιαστεί για να είναι τιμωρητικές για έναν εταίρο και σύμμαχο και δεν θέλουμε οι βασικές αμυντικές δυνατότητες ενός εταίρου να υποβαθμιστούν για να θέσουμε σε κίνδυνο την ετοιμότητά του».

Υποστήριξε περαιτέρω, «Θα έλεγα ότι ένα πράγμα, επίσης, από την ινδική προοπτική ειδικότερα, ότι η CAATSA δεν είναι, σχεδιασμένη για να αναλάβει τιμωρητική δράση σε αυτόν τον χώρο. Είναι για να μετριάσει και να αποτρέψει τη σημαντική προσθήκη ρωσικών συστημάτων υψηλού επιπέδου και υψηλής τεχνολογίας».

Οι ΗΠΑ, επομένως, γνωρίζουν καλά το ζήτημα της προϊστορίας των ισχυρών στρατιωτικών σχέσεων της Ινδίας με τη Ρωσία για σχεδόν 50 χρόνια , αφού η Ινδία εξακολουθεί να εξαρτάται από τη Ρωσία έως και 60% τοις εκατό για όπλα, συμπεριλαμβανομένων μαχητικών αεροσκαφών, υποβρυχίων, αεροπλανοφόρου, τανκς,πυραύλων, κ.λπ.

Επομένως, δεν μπορεί να αναμένεται ότι η Ινδία θα εγκαταλείψει τους αμυντικούς της δεσμούς με τη Ρωσία, ακόμη κι αν οι οικονομικοί δεσμοί και οι σχέσεις μεταξύ λαών έχουν ψυχρανθεί σημαντικά.

Δεν είναι περίεργο γιατί ακόμη και τον Μάρτιο του 2018, πριν το CAATSA γίνει νόμος, ο Ναύαρχος Χάρι Χάρις, ο πρώην διοικητής της Διοίκησης του Ειρηνικού των ΗΠΑ, είχε πει στην Επιτροπή Ενόπλων Υπηρεσιών της Γερουσίας των ΗΠΑ, «Το 70% του στρατιωτικού υλικού τους είναι ρωσικής καταγωγής. Δεν μπορείτε να περιμένετε από την Ινδία να υπαναχωρήσει . Νομίζω ότι πρέπει να αναζητήσουμε τρόπους για να κάνουμε μια διολίσθηση ώστε να μπορέσουμε να συνεχίσουμε το εμπόριο όπλων εντός της Ινδίας».

Στην πραγματικότητα, αυτό για το οποίο θα έπρεπε να είναι ευχαριστημένοι οι Αμερικανοί είναι η μειωμένη εξάρτηση της Ινδίας από τα ρωσικά όπλα τα τελευταία χρόνια, όπου έχει μειωθεί στο 60% από την εποχή που ήταν 80%.

Η διαφορά μεταξύ Τουρκίας και Ινδίας

Η περίπτωση της Τουρκίας, σε αντίθεση με την Ινδία, είναι διαφορετική. Η Τουρκία, ως μέλος του ΝΑΤΟ, προμηθεύεται κυρίως με δυτικά όπλα γενικά, και αμερικανικά συστήματα ειδικότερα.

Οι Αμερικανοί έχουν εύλογο φόβο ότι η αγορά και η λειτουργία του συστήματος S-400 θα έθετε σε κίνδυνο την ασφάλεια της στρατιωτικής τεχνολογίας και του προσωπικού των ΗΠΑ. Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο οι ΗΠΑ αποφάσισαν να υπαναχωρήσουν από την απόφασή τους να παρέχουν τα αεροσκάφη F-35 στην Τουρκία.

Οι Αμερικανοί λένε περαιτέρω ότι εάν η Τουρκία ήταν πράγματι πρόθυμη για την ενίσχυση της αεράμυνας της , τότε θα μπορούσε να είχε προμηθευτεί τα αντίστοιχα συστήματα Patriot των ΗΠΑ των S-400.

Μη επιλέγοντας αυτό, η Τουρκία έχει παραχωρήσει στη Ρωσία πρόσβαση στις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις και στην αμυντική βιομηχανία που είναι στενά συνδεδεμένη με τη δυτική τεχνογνωσία, όπως λέει το επιχείρημα των ΗΠΑ.

Τώρα αναφορικά με την περίπτωση της Ινδίας, η λογική για την οποία οι ΗΠΑ μπορεί να αγνοήσουν την αγορά των S-400 από την Ινδία, είναι οι αρνητικές επιπτώσεις στις αμερικανικές εταιρείες όπλων εάν το Νέο Δελχί υπαχθεί στο CAATSA.

Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, οι προμήθειες όπλων της Ινδίας αυξήθηκαν από τα 6,2 εκατομμύρια δολάρια το 2019 σε 3,4 δισεκατομμύρια δολάρια το 2020.

Και αυτό είναι σε μια στιγμή που οι σωρευτικές πωλήσεις όπλων των ΗΠΑ έχουν μειωθεί το 2020 σε 50,8 δισεκατομμύρια δολάρια από 55,7 δισεκατομμύρια δολάρια το 2019.

Στην πραγματικότητα, την τελευταία δεκαετία έχουν γίνει συμφωνίες αξίας 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων μεταξύ του Νέου Δελχί και της Ουάσιγκτον. Οι τελευταίες συμφωνίες περιλαμβάνουν την προμήθεια 24 ελικοπτέρων MH-60 Romeo από την Ινδία έναντι 2,2 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ενώ η σύμβαση για την αγορά επιπλέον έξι ελικοπτέρων AH-64E Apache με κόστος 800 εκατομμυρίων δολαρίων έχει επίσης οριστικοποιηθεί.

Εξάλλου, μεγάλες εταιρείες όπλων όπως η Lockheed και η Boeing έχουν ήδη αρχίσει να εργάζονται ως συνεργάτες με ινδικές μεγάλες εταιρείες όπως οι Tatas και Mahindra σε κοινές παραγωγές όπλων στην Ινδία.

Σε επίπεδο κυβερνήσεων, όπως λέει ο απερχόμενος πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Ινδία, Ken Juster, η Ουάσιγκτον και το Νέο Δελχί έχουν κάνει πολύ δρόμο για να εδραιώσουν τη στρατηγική τους συνεργασία.

Έννοιες όπως το Indo-Pacific και το QUAD έχουν γίνει πραγματικότητα. Οι δύο χώρες έχουν συνάψει τρεις βασικές αμυντικές συμφωνίες: LEMOA ,COMCASA και BECA.

Όλες αυτές οι πολύ θετικές εξελίξεις μεταξύ ΗΠΑ-Ινδίας θα πάνε περίπατο εάν η δεύτερη υπαχθεί στο νόμο CAATSA.



« Προηγουμενη
Επομενη »