Tελευταια Νεα

Τρίτη, Αυγούστου 17, 2021

29χρονη Αφγανή Δήμαρχος, Ζαρίφα Γκαφάρι «Κάθομαι εδώ και περιμένω να έρθουν με σκοτώσουν...»




Η 29χρονη Ζαρίφα Γκαφάρι, η νεότερη γυναίκα δήμαρχος στο Αφγανιστάν, δήλωσε ότι περιμένει τη σύλληψη και εκτέλεσή της από τους Ταλιμπάν.

«Κάθομαι εδώ και περιμένω να έρθουν. Δεν υπάρχει κανείς να βοηθήσει εμένα ή την οικογένειά μου, θα έρθουν για ανθρώπους σαν εμένα και θα με σκοτώσουν».

Η Ζαρίφα Γκαφάρι, γεννημένη το 1992, είναι Αφγανή δικηγόρος, υπέρμαχος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ακτιβίστρια, πολιτικός και επιχειρηματίας.

Από τον Νοέμβριο του 2019 είναι η δήμαρχος του Μαϊντάν Σαχρ, πρωτεύουσας της επαρχίας Βαρντάκ του Αφγανιστάν.

Η Ζαρίφα Γκαφάρι είναι γνωστή για τις προσπάθειές της για την ενίσχυση των δικαιωμάτων των γυναικών στο Αφγανιστάν.

Επιλέχθηκε ως «Διεθνής Γυναίκα Θάρρους» το 2020 από τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ.

Διορίστηκε επίσημα ως δήμαρχος του Μαϊντάν Σαχρ τον Ιούλιο του 2018 από τον πρόεδρο Ασράφ Γκάνι.

Ωστόσο, η θητεία της ως δημάρχου καθυστέρησε για διάστημα εννέα μηνών λόγω παρέμβασης άλλων ισχυρών πολιτικών.

Την πρώτη της μέρα ως δήμαρχος, αντιμετώπισε παρενόχληση από μια ομάδα ανδρών που έσπασαν το γραφείο της και την προειδοποίησαν να παραιτηθεί από τη θέση.

Αντιμετώπισε επίσης απειλές θανάτου από τους Ταλιμπάν και το Ισλαμικό Κράτος μετά την ανάληψη των καθηκόντων της ως δημάρχου.

Τον Οκτώβριο του 2019 δήλωνε είναι πεπεισμένη ότι θα την δολοφονήσουν οι ισλαμιστές:

«Ξέρω ότι θα με δολοφονήσουν, αλλά δεν τους φοβάμαι αυτούς!», δήλωνε με περίσσιο θάρρος στους New York Times.

Αυτούς όμως, που φοβόταν ήταν η τοπική μαφία, όπως έλεγε, που είναι στο πλευρό της κυβέρνησης και εμπλέκονται στις άκρως διεφθαρμένες και κερδοφόρες αγοραπωλησίες γης.

«Η μαφία της γης είναι αυτή που με τρομάζει πραγματικά», δήλωνε.

«Ένας από αυτούς ήρθε και μου είπε αν δεν φύγω από δω θα μου φυτέψει μία σφαίρα στο κεφάλι».

Η Ζαρίφα Γκαφάρι διορίστηκε δήμαρχος της Μαϊντάν Σαχρ, μίας πόλης 35.000 κατοίκων στην επαρχία Βαρντάκ του Αφγανιστάν, κοντά στην Καμπούλ, από τον πρόεδρο της χώρας.

Την πρώτη ημέρα που πήγε στο δημαρχείο της πόλης, όταν ανακοινώθηκε ο διορισμός της, την περίμενε ένας αγριεμένος όχλος αντρών που κράδαιναν ξύλα και κρατούσαν πέτρες για να την αναγκάσουν να φύγει και να μην ξαναγυρίσει.

Διέφυγε σώα χάρη στην επέμβαση της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, που έστειλαν παραστρατιωτικό σώμα για να την προστατέψει.

«Ήταν η χειρότερη ημέρα της ζωής μου», έχει πει.

Όμως, δεν πτοήθηκε ούτε το έβαλε κάτω.

Μετά από έντονες διαμαρτυρίες της και μία μεγάλη εκστρατεία στα σόσιαλ μίντια, επέστρεψε στη θέση της μετά από εννέα μήνες και αφού είχε αποχωρήσει ο τοπικός κυβερνήτης που ήταν φανατικά κατά των γυναικών.

Παρόλα αυτά, ούτε τότε έγινε δεκτή με ανοικτές αγκάλες.

Οι ρεπόρτερ των NY Times περιγράφουν πώς σε μία συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου, οι 20 παρόντες άντρες γελούσαν μαζί της και δεν της έδιναν σημασία παρά κοιτούσαν τα κινητά τους.

Τους έβαλε τις φωνές και σήκωσαν τα κεφάλια τους για λίγα λεπτά.

Σε μία από τις περιοδείες της στην αγορά της πόλης Μετά βγήκε στους δρόμους με συνοδεία στρατιωτικών, μοιράζοντας άδειες πλαστικές σακούλες σκουπιδιών στους πολίτες για να καθαρίσουν την πόλη που είναι γεμάτη σκουπίδια.

Ελάχιστοι καταδέχθηκαν να τις πάρουν από τα χέρια της.

Η επαρχία του Βαρντάκ είναι μία από τις πιο συντηρητικές και οι Ταλιμπάν χαίρουν μεγάλης υποστήριξης από τον πληθυσμό.

«Η δουλειά μου είναι να κάνω τους ανθρώπους να πιστέψουν στα δικαιώματα και τη δύναμη των γυναικών», έγραφε απτόητη στο Twitter.

Τώρα περιμένει τη σύλληψη και την εκτέλεσή της. Όπως δήλωσε στο βρετανικό inews:

«Κάθομαι εδώ και περιμένω να έρθουν. Δεν υπάρχει κανείς να βοηθήσει εμένα ή την οικογένειά μου. Απλώς κάθομαι μαζί τους και τον άντρα μου.

»Και θα έρθουν για ανθρώπους σαν εμένα και θα με σκοτώσουν.

»Δεν μπορώ να αφήσω την οικογένειά μου. Και τέλος πάντων, πού θα πήγαινα;».

« Προηγουμενη
Επομενη »