Tελευταια Νεα

Κυριακή, Δεκεμβρίου 26, 2021

Τα μαύρα Χριστούγεννα του 1963 με το ναυάγιο του ΛΑΚΩΝΙΑ και τους 128 νεκρούς







Γράφει ο Δημήτρης Σταυρόπουλος

Τέτοιες μέρες το 1963, η χώρα σοκαρισμένη πενθεί τον άδικο χαμό των Ελλήνων ναυτικών και επιβατών του υπερωκεανίου «Λακωνία», ενός από τα διαμάντια της ναυτιλίας, πλοιοκτησίας μιας από τις μεγαλύτερες οικογένειες της θάλασσας,- με καταγωγή από την Άνδρο- Γουλανδρή.

(Νικόλαος, Λεωνίδας, Βασίλης, Greek Line)

Το ταξίδι αναψυχής μετατράπηκε σε πύρινο εφιάλτη για 1.041 ανθρώπινες ψυχές.

Το μοιραίο πλοίο τυλίχθηκε στις φλόγες, ενώ βρισκόταν εν πλω στον Ατλαντικό.

Η τραγωδία με 128 νεκρούς, σημειώθηκε λίγο έξω από το εξωτικό νησί της Πορτογαλίας, την Μαδέρα 22 προς 23 Δεκεμβρίου.

Το ναυάγιο που είχε πολλές ομοιότητες με κείνο του «Τιτανικού» ήταν εντελώς άδικο, αφού η πυρκαγιά που έκανε στάχτη το πολυτελές κρουαζιερόπλοιο, προήλθε από ένα… σεσουάρ μαλλιών στο κομμωτήριο!

Εγκαταλείφθηκε και τελικώς βυθίσθηκε 6 μέρες αργότερα την 29 Δεκεμβρίου, ενώ ρυμουλκείτο από το Νορβηγικό Ναυαγοσωστικό «HERCULES» 250 μίλια Νοτιοδυτικά του GIBRALTAR.

Οι εγκαταλελειμμένες σωσίβιες λέμβοι του επέπλεαν επί μήνες στον Ατλαντικό Ωκεανό.

Για να μη προκαλέσουν ατυχήματα στην ναυσιπλοΐα, όσα πολεμικά πλοία τις συναντούσαν τις βύθιζαν με τα πυρά τους.

ΕΝΑΣ ΕΠΙΖΩΝ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ

Πενήντα επτά χρόνια μετά, και η περιγραφή ενός επιζώντα της ναυτικής τραγωδίας είναι συγκλονιστική.

Πρόκειται για τον Ηλία Μεταξά, Οικονομικό Αξιωματικό Ε.Ν.

«Είχαμε «χοντρή» θάλασσα, μπορεί και 8 μποφόρ, ιδίως διασχίζοντας τον Βισκαϊκό Κόλπο, τον φοβερό «Bay» των ναυτικών, ο οποίος τον χειμώνα γίνεται επικίνδυνος. Εγώ είχα μόνο 3,5 μήνες θαλάσσια προϋπηρεσία και είχα πάθει ναυτία. Την Κυριακή είχαμε κατέβει αρκετά Νότια και η θάλασσα είχε κοπάσει λιγάκι.

Είχε μείνει η αποθαλασσία με τις «μαξιλάρες» της αλλά το Κρουαζιερόπλοιο «μποντζάριζε» ανεκτά.

Το βράδυ έκανα μία βόλτα έξω από τα σαλόνια, διότι σαν Δόκιμος απαγορευόταν «επί ποινή αποκεφαλισμού» η είσοδος.

Χάζεψα τα φράκα, τα σμόκιν και τις τουαλέτες και μετά πήγα στην καμπίνα μου.

Κατά τις 11:30 την νύχτα ήχησαν τα κουδούνια του συναγερμού πυρκαγιάς.

Ο Λαμπρέλης σάλταρε φωνάζοντας: «Σήκω, φωτιά».

Αρχίσαμε να ντυνόμαστε γρήγορα.

Εγώ έβαλα το παντελόνι της καλής στολής μου Νο. 8.

Την είχα παραλάβει από τον ράφτη στο SOUTHAMPTON ολοκαίνουργια και την είχα φορέσει μόνον εκείνο το βράδυ για πρώτη φορά.

Ήταν και η τελευταία.

Οι φήμες μεταξύ του πληρώματος ήταν ότι η φωτιά ξεκίνησε από το Κομμωτήριο, διότι τάχα, το ψαλίδι με το οποίο οι κυρίες κατσαρώνουν τα μαλλιά τους, είχε ξεχαστεί στην πρίζα και πυρακτώθηκε. Με το μπόντζι του πλοίου κατρακύλησε από το τραπέζι έπεσε κάτω και πήρε φωτιά το χαλί ή η κουρτίνα.

Αυτό ποτέ δεν ξεκαθαρίστηκε από όσο ξέρω.

Κατάλαβα ότι τα πράγματα δεν θα εξελιχθούν καλά.

Η ΑΓΩΝΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ

Τότε ήλθε μία νεαρά και ωραιότατη κυρία, με μαύρη έξωμη τουαλέτα, δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ την εικόνα της.

Μου είπε αναστατωμένη, όχι πανικόβλητη, να σώσω τα δύο παιδάκια της τα οποία ήσαν παγιδευμένα στην καμπίνα τους, τον αριθμό της οποίας δεν θυμάμαι, 2 ή 3 καταστρώματα πιό κάτω.

Πήγαμε στην αριστερή μπάντα και στο συγκεκριμένο σημείο ακούσαμε τις φωνές των παιδιών.

Ευτυχώς τα παιδάκια είχαν λασκάρει μόνα τους τις πεταλούδες και είχαν ανοίξει το φινιστρίνι και εφώναζαν: mammy, help.

κατέβηκα και είπα σε ένα από τα παιδάκια να βγει προσεκτικά μισό-μισό από το φινιστρίνι για να το πάρω στην αγκαλιά μου.

Έτσι κι έγινε.

Το παιδάκι γαντζώθηκε σφιχτά πάνω μου και εγώ σκαρφάλωσα σιγά-σιγά επάνω προς το Κατάστρωμα Περιπάτου.

Τα παιδάκια ήταν ένα αγόρι και ένα κορίτσι περίπου 6-7 χρόνων.

Σαν από θαύμα ήσαν πολύ ήρεμα και συνεργάσιμα.

Δεν θυμάμαι ποιό από τα δύο ανέβασα πρώτο. Φορούσαν τα πυτζαμάκια τους και ήσαν ξυπόλυτα.

Στις 02:10 εδόθη η διαταγή Εγκαταλείψεως.

Έτρεχα όπου με διέτασσαν οι Αξιωματικοί μου.

ΤΟ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΠΛΗΡΩΜΑ

Από τους 395 περίπου του πληρώματος, μόνον οι 165 ήσαν Έλληνες.

Η μεγάλη πλειοψηφία των υπολοίπων ήσαν οι 90 Γερμανοί, οι Ιταλοί και διάφοροι άλλοι.

Κατά βάση ήσαν θαλαμηπόλοι και μάγειροι.

Δεν ήσαν ναυτικοί, ήσαν υπάλληλοι ξενοδοχείων με διαβατήρια και παρά τις Ευρωπαϊκές τους εθνικότητες, αμοιβόντουσαν (παραδόξως) πιο λίγο από τους Έλληνες ναυτεργάτες.

Αυτό σήμερα είναι η πεπατημένη.

Συνήθως ήσαν μεθυσμένοι, ιδιαίτερα μετά τις εργάσιμες ώρες τα βράδια.

Γι αυτό κατά τη διάρκεια του ναυαγίου τα μεσάνυκτα, αρκετοί ήσαν “τύφλα”.

Έτσι λίγοι μπορούσαν να προσφέρουν θετικές υπηρεσίες στον απελπισμένο αγώνα μας δια την κατάσβεση των 4 πυρκαγιών οι οποίες είχαν ξεσπάσει σε εκ διαμέτρου αντίθετα σημεία στο πλοίο.

Όσον αφορά στην εγκατάλειψη, η οποία είναι ακόμη πιό εξειδικευμένη ναυτική δουλειά, δεν έκαναν απολύτως τίποτε.

Η μία απ’ αυτές τις βάρκες, όταν κατέβηκε στο επίπεδο του καταστρώματος επιβιβάσεως (PROMENADE), είδα με δυσάρεστη έκπληξη ότι είχε μέσα πολλούς από το αλλοδαπό πλήρωμα.

Οι πονηροί είχαν ανέβει στο από πάνω κατάστρωμα λέμβων και είχαν “μπουκάρει” παράνομα για να εξασφαλίσουν θέση.

Παρά το ότι ήμουν “άψητος” Δοκιμάκος, πήρα το κουράγιο και με ύφος επιτακτικό και φωνή σκληρή τους διέταξα να βγουν έξω για να μπουν οι επιβάτες πρώτοι, και μετά μόνον εκείνοι που ήσαν διηρημένοι στην συγκεκριμένη βάρκα.

Μέσα μου φοβόμουνα ότι θα με πέταγαν στην θάλασσα.

Τίποτε δε συνέβη, βγήκαν όλοι έξω σαν αρνάκια.

Ο ηλικιωμένος Γερμανός αρχιμάγειρος τριγύριζε στα Βατς, έπινε και φώναζε «ALLESKLA».

Δεν τον ξαναείδαμε.

Τα πράγματα χειροτέρεψαν όταν άρχισαν οι εκρήξεις από τα έγκατα του πλοίου. Τότε πολλοί άρχισαν να πηδούν στην θάλασσα.

Εκεί έγινε το μεγάλο δράμα.

Τα σωσίβια ήταν παλαιού τύπου από φελλό, σκληρά σαν ξύλα.

Θα προσπαθήσω να τα περιγράψω. Έμοιαζαν με τις παλάσκες του Βρετανικού και Ελληνικού Στρατού, οι οποίες ήσαν μακρόστενες για να χωρούν τις γεμιστήρες του οπλοπολυβόλου τύπου “ΒREN”.

Ήταν λοιπόν πολύ εύκολο να φτάσουν ψηλά μέχρι τον λαιμό και το σαγόνι και να τα σπάσουν.

Πολλοί πηδούσαν από ψηλά όμως επειδή δεν τα είχαν δέσει σφιχτά με την πρόσκρουση στο νερό τους χτύπαγαν στα σαγόνια και τους έσπαγαν τους σβέρκους.

Αργότερα όταν με περισυνέλεξε το Αγγλικό Φορτηγό “MONTCALM” βάλανε πολλά πτώματα επάνω στα κλεισμένα αμπάρια τους προς αναγνώριση.

Εκεί θυμάμαι ότι είδα τουλάχιστον έναν νεκρό του οποίου τα δόντια της κάτω σιαγόνος του είχαν τρυπήσει και βγει από τα ζυγωματικά οστά.

Άλλη μία τέτοια περίπτωση πτώματος μου είχε αναφέρει η τηλεφωνήτρια μας με την οποίαν συνυπηρετούσαμε ξανά μετά από 3 χρόνια στο Υ/Κ “AUSTRALIS”, δεν θυμάμαι το όνομά της.

Η τραγωδία κορυφώθηκε όταν αρκετοί πέταγαν στο νερό σανίδες, πόρτες και ξύλινες πολυθρόνες ώστε να τις χρησιμοποιήσουν μετά κολυμπώντας. Μερικοί δυστυχισμένοι που ήδη κολυμπούσαν έφαγαν στο κεφάλι τα αντικείμενα τα οποία πετιόντουσαν και πήγαν σαν μολύβι στον βυθό.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

« Προηγουμενη
Επομενη »