Tελευταια Νεα

Παρασκευή, Ιουνίου 25, 2021

Στην υπόθεση Φραντζή ο συνήγορος είχε προτείνει «να αυτοκτονήσει» και ο εισαγγελέας τη «θανατική ποινή»



 Στις 25 Ιουνίου του 1987 η χώρα συγκλονίστηκε από τον φρικιαστικό φόνο της 18χρονης Ζωής Γαρμανή, από τον σύζυγό της Παναγιώτη Φραντζή (27 ετών) που την κατακρεούργησε και την πέταξε στα σκουπίδια.

Ο καύσωνας έκαιγε, όπως τώρα, την Αθήνα η οποία ζούσε σε ένα πανηγυρικό κλίμα από την κατάκτηση του Ευρωμπάσκετ του ΄87 από την Εθνική Ελλάδας. Κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει, να φανταστεί καν, πως στις 25 Ιουνίου θα “πάγωνε” όλη η χώρα στο άκουσμα της φρίκης και της αγριότητας από το έγκλημα που διέπραξε ο Παναγιώτης Φραντζής. Συζυγοκτόνος όπως ο Μπάμπης Αναγνωστόπουλος, ο οποίος όμως κατακρεούργησε το άψυχο σώμα της γυναίκας του Ζωής Γαρμανή!


Το ανακάλυψε ρακοσυλλέκτης

Εκείνη την περίοδο οι οδηγοί απορριμματοφόρων είχαν απεργία και ο ρακοσυλλέκτης Κωνσταντίνος Βουζίκας, έψαχνε ανάμεσα στα σκουπίδια στα Κάτω Πατήσια, όταν ανακάλυψε τις σακούλες με τα κομμάτια από το άψυχο σώμα της Ζωής. Το απόγευμα της ίδιας μέρας, ο 27χρονος Παναγιώτης Φραντζής παραδόθηκε στη Γ.Α.Δ.Α. και ομολόγησε: «Σκότωσα τη γυναίκα μου. Ήταν ατύχημα».

Η Ζωή Γαρμανή ήταν μόλις 18 ετών. Οι δυο τους είχαν γνωριστεί τον Οκτώβριο του 1985, με τον Παναγιώτη Φραντζή να είναι 25 ετών (16 η κοπέλα), φοιτητής τότε της Α.Σ.Ο.Ε.Ε. περισσότερο επειδή το επιθυμούσαν οι γονείς του. Η Ζωή τελείωνε τότε το Λύκειο.


Οι καυγάδες που κατέληγαν σε σεξ

Το ζευγάρι τσακωνόταν συχνά. Όπως αναφέρει το “crimetimes.gr”, «ο καθένας επιχειρούσε «να σπάσει τα νεύρα του άλλου», με τις πιο ασήμαντες αφορμές. Έπαθλο και των δύο πλευρών ήταν, κατά κανόνα, η συμφιλίωση, μέσα από τη σεξουαλική επαφή». Έτσι είχε γίνει και εκείνο το μοιραίο βράδυ. Είχαν επιστρέψει από έξοδο και ο καυγάς δεν άργησε. Κατέληξε σε σεξ, αλλά «η Ζωή, για να του περάσει το μήνυμα ότι για κείνη ό,τι έγινε δεν είχε κανένα ενδιαφέρον, του είπε: “Είσαι ανίκανος, εγώ φταίω που σε παντρεύτηκα”».


«Είχε θιγεί ο εγωισμός μου»

Κατά την ομολογία του ο δολοφόνος της γυναίκας του, είχε πει: «Είχε θιγεί ο εγωισμός μου και είχα ζωστεί από κατώτερες και πεζές σκέψεις και συναισθήματα… Όταν μού’ δειξε την αδιαφορία, φαρμακώθηκα σα να μου είχαν κάνει τη μεγαλύτερη αδικία. Παρ’ ότι έτρεμα ολόκληρος από τα νεύρα μου, θεώρησα καλό να μην αντιδράσω, να μη δώσω συνέχεια, γιατί καταλάβαινα πως δεν θα μπορούσα να ελέγξω τον εαυτό μου, ήταν και δύο η ώρα το βράδυ».


Η ένταση όμως εντάθηκε, εξελίχθηκε σε ανταλλαγή ύβρεων με κραυγές, χαστούκια και σπρωξίματα και μέσα σε ούτε δύο λεπτά της ώρας, το μοιραίο είχε συμβεί.

Ο στραγγαλισμός και το «έπεσε και χτύπησε»

Η πρόταση της Εισαγγελίας μετά και το συμπέρασμα του Ιατροδικαστή Χρήστου Λευκίδη, ότι ο θάνατος του θύματος προήλθε από στραγγαλισμό, επισφραγίζεται, με τον Φραντζή όμως να ισχυρίζεται ότι προήλθε από πτώση και χτύπημα της βάσης του αυχένα στην κόγχη του κρεβατιού. Κρίθηκε μη πειστικός...

Το συμπέρασμα του ιατροδικαστή ήταν ότι «προηγήθηκε πάλη», κάνοντας αναφορά για « βαριά θλαστικά τραύματα στο πίσω μέρος του κεφαλιού από τα οποία πιθανόν να προήλθε ο θάνατος του θύματος», τα οποία οφείλονται σε «πλήξη της κεφαλής επί ανενδότου αμβλείας επιφανείας». Ολοκλήρωνε δε λέγοντας «η πάλη θεωρείται δεδομένα σκοπούμενη και μάλιστα ισούται με εκδήλωση ανθρωποκτόνου σκοπού».


«Δεν την στραγγάλισα, δεν είμαι φονιάς»

Ο Παναγιώτης Φραντζής παραπέμφθηκε σε δίκη για ανθρωποκτονία από πρόθεση, ιδιαζόντως ειδεχθή και για περιύβριση νεκρού. Στην απολογία του, εξέθεσε τα περιστατικά της νύχτας του εγκλήματος, υποστηρίζοντας (ό,τι και στην πρώτη του κατάθεση), ότι πάνω στον καυγά έσπρωξε τη Ζωή κι εκείνη «έπεσε και κτύπησε».


«Παραδέχομαι την κατηγορία της προσβολής νεκρού αν και δεν μπορώ να δώσω στην πράξη μου αυτή λογική εξήγηση. Τύψεις θα έχω σ’ όλη μου τη ζωή και δεν θα συγχωρήσω ποτέ τον εαυτό μου που δεν μπόρεσα να δείξω ψυχραιμία, εννοώ τη στιγμή που πέθανε η Ζωή. Δεν την στραγγάλισα, δεν είμαι φονιάς και ούτε σκοπεύω να γίνω ποτέ μου».


Το «πήγαινε να αυτοκτονήσεις» και η «θανατική ποινή»

Ένας εκ των συνηγόρων πολιτικής αγωγής, μετά από όλα αυτά που άκουσε, του είπε «το μόνο που σου μένει τώρα είναι να αυτοκτονήσεις», ενώ ο εισαγγελέας της έδρας Κυριάκος Καρούτσος, πρότεινε να εφαρμοστεί η ποινή του θανάτου (σ.σ. είχε καταργηθεί από το 1972, μετά την υπόθεση Λυμπέρη): «Ανατριχιάζω που το λέω, αλλά η μόνη ποινή που πρέπει να του επιβάλλεται είναι ο θάνατος. Δεν μπορεί να επανέλθει σ’ αυτήν την κοινωνία και προβληματίζομαι αν θα πρέπει να βρίσκεται ανάμεσα σε ζώντες ανθρώπους, χωρίς να μπορεί να τους βλάψει».


Ο πατέρας του προσπαθούσε να πείσει για… την αδικία

Την 1η Οκτωβρίου το 1988, ο Παναγιώτης Φραντζής κρίθηκε ένοχος ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως και περιυβρίσεως νεκρού και του επιβλήθηκε η ποινή της ισοβίου καθείρξεως. Μετά από 18 χρόνια (τα 11 στον Κορυδαλλό, ενώ είχε περάσει και από την Κέρκυρα) ζήτησε να μεταχθεί στις Αγροτικές Φυλακές Αγιάς Κρήτης. Ο πατέρας του,είχε επισκεφθεί τους πάντες προσπαθώντας να πείσει όποιον μπορούσε για την «αδικία» που είχε υποστεί ο γιος του. Εν τέλει στις 20 Οκτωβρίου το 2005 αποφυλακίστηκε (ο πατέρας του πέθανε ένα μήνα πριν) μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.


« Προηγουμενη
Επομενη »