Beaking News

Τετάρτη, Ιανουαρίου 10, 2018

ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΟ: ΑΥΤΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΩΝ ΣΚΟΠΙΩΝ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΑΦΗΣΕΙ ΣΤΗΝ ΤΥΧΗ ΤΟΥΣ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ





Γράφει ο γνωστός ιστορικός του Ποντιακού Ελληνισμού Βλάσης Αγτζίδης, που κάθε άλλο παρά εθνικιστής μπορεί να θεωρηθεί...

Στο συλλογικό έργο «Οι δρόμοι των Ελλήνων» συνέγραψα το κείμενο για τους Έλληνες στην Π.Γ.Δ.Μακεδονίας.




Η ένταση μεταξύ των δύο χωρών και το ανεπίλυτο πρόβλημα με την οριστική ονομασία της νέας αυτής χώρας, δημιούργησαν εντάσεις και αύξησαν τις προκαταλήψεις και στις δύο πλευρές των συνόρων. Η υποχώρηση του σλαβομακεδονικού εθνικισμού, που εκτιμώ ότι είναι η κύρια πηγή έντασης, και ο έντιμος συμβιβασμός ανάμεσα στις δύο χώρες, θα επιτρέψει την ψύχραιμη αποτίμηση του παρελθόντος. Παράλληλα, θα κατευνάσει τα πνεύματα, θα περιορίσει τον ένθεν κακείθεν εθνικιστικό εξτρεμισμό, θα επιδράσει ευνοϊκά στις ανθρώπινες κοινότητες που παραμένουν μέχρι σήμερα και διεκδικούν και στις δύο χώρες τα στοιχειώδη δικαιώματα, όσον αφορά το σεβασμό της ταυτότητάς τους. Παρακάτω παραθέτω το πλήρες κείμενο όπως το κατέθεσα στους εκδότες.

Οι Έλληνες της FYROM

Ένα από τα πλέον άγνωστα τμήματα των εκτός Ελλάδας Ελλήνων, είναι αυτό που κατοικεί στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Το πολιτικό αδιέξοδο στις σχέσεις με την Ελλάδα, η ιδεολογία του μακεδονισμού και η παραδοσιακή έλλειψη ενδιαφέροντος τόσο από το ελληνικό κράτος όσο και από την ακαδημαϊκή κοινότητα, συνέβαλαν στην άγνοια της ιστορίας τους αλλά και της σύγχρονης παρουσίας τους.

Κατά το 19ο αιώνα, πριν την έλευση των εθνών-κρατών και την επικράτηση των εθνικισμών, ο πληθυσμός αυτός κατοικούσε κατά πλειονότητα στην περιοχή της Πελαγονίας, που περιλαμβάνει την Οχρίδα (Αχρίδα), το Μοναστήρι, τη Γευγελή, και τη Στρώμνιτσα. Τα βόρεια όριά του, που ταυτίζονταν με τα όρια της ιστορικής Μακεδονίας, ήταν το Κρούσοβο και το Πρίλαπο. Οι πρώτες εθνικές συγκρούσεις άρχισαν το 1870, με τη δημιουργία της βουλγαρικής Εξαρχείας και με την απόπειρα των Βούλγαρων εθνικιστών να αποσπάσουν τους σλαβόφωνους πληθυσμούς από την επιρροή του ελληνόφωνου Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ο σλαβόφωνος πληθυσμός διασπάστηκε. Ένα μέρος προσχώρησε στην Εξαρχία, ενώ ένα άλλο σημαντικό παρέμεινε πιστό στην παραδοσιακή Ρωμιοσύνη.


«Ελληνική Αστική Σχολή Σκοπίων»: Το σχολείο της ελληνικής κοινότητας.

Σ’ αυτό φοίτησε και ο Νίκος Ζαχαριάδης, γενικός γραμματέας του ΚΚΕ, την περίοδο την παραμονής της οικογένειας στα Σκόπια (1905-1908, 1910-1912). Όπως γράφει στην αυτοβιογραφία του » Στα 1905 ο πατέρας μου μετατέθηκε στα Σκόπια της Μακεδονίας, πάντα σαν εξπέρ της Ρεζί. Στα Σκό­πια πρωτοπήγα στο σχολείο της Ελληνικής κοινότητας…» (το αυτοβιογραφικό σημείωμα έγραψε τον Αύγουστο του 1946 και παρέδωσε στην Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ ο ίδιος ο Νίκος Ζαχαριάδης. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο: “Υπέρ βωμών και εστιών, Άπαντα τα δημοσιευμένα (1946-1947)”, επιμ. Πετρόπουλος, εκδ. Καστανιώτη, 2013.)




Οι βασικές ομάδες του ελληνισμού της Πελαγονίας ήταν οι πατριαρχικοί σλαβόφωνοι, οι Βλάχοι που τους αποκαλούσαν Γκραικομάνους και οι ελληνόφωνοι Σαρακατσάνοι. Ο Σλαβομακεδόνας ιστορικός Krste Bitoski αναφέρει: «Aυτοί οι Βλάχοι, βαθμιαία καθίστανται η κύρια δύναμη στο πλευρό της Μητρόπολης της Πελαγονίας για την προώθηση της Μεγάλης Ελληνικής Ιδέας. Οι ναοί και τα σχολεία του Μοναστηρίου ήταν σε ελληνικά χέρια κατά τα μέσα του 19ου αιώνα…»

Στο Υπόμνημα που απέστειλε η Ελληνική Κοινότητα της Πελαγονίας το 1903 προς τις Μεγάλες Δυνάμεις, περιγράφεται με σαφήνεια η πολιτιστική και εθνική κατάσταση: «…λαλούμεν ελληνιστί, βουλγαριστί, βλαχιστί, αλβανιστί αλλ’ αυδέν ήττον εσμέν άπαντες Έλληνες και ουδενί επιτρέπομεν ν’ αμφισβητεί προς ημάς τούτο.»

Η ένταση των εθνοτικών συγκρούσεων στην περιοχή φαίνεται και από τη μαρτυρία του Michel Pailares: «Στο Μοναστήρι, όλοι οι Βλάχοι είναι Έλληνες ως τα βάθη της καρδιάς τους, με ελληνικές παραδόσεις και ιδανικά. Στέλνουν πάνω από δύο χιλιάδες παιδιά στα σχολεία του ελληνισμού, που τα πλουτίζουν με τις εισφορές τους. Αυτοί βρίσκονται επικεφαλής του πιο σκληρού και αμείλικτου αγώνα εναντίον της Βουλγαρίας και Ρουμανίας. Δημιούργησαν μια μυστική επιτροπή που είναι ο τρόμος των κομιτατζήδων. Ούτε ο μητροπολίτης ούτε ο Έλληνας πρόξενος μπορούν να μετριάσουν τον έξαλλο πατριωτισμό τους…»

Μετά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο και την ενσωμάτωση της περιοχής στο νεοσύστατο Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913) η κατάσταση χειροτέρευσε. Οι Σέρβοι ακολούθησαν μια πολιτική εκσλαβισμού και εκσερβισμού. Απαγόρευσαν τη χρήση της ελληνικής γλώσσας και έκλεισαν τα ελληνικά σχολεία και τις ελληνικές εκκλησίες. Σε ιδεολογικό επίπεδο, μετωνόμασε τους κατοίκους σε «παλιούς Σέρβους» (starii Srbrji). Η πολιτική αυτή αντικαταστάθηκε με την πολιτική εκβουλγαρισμού κατά τη διάρκεια τόσο της περιόδου 1916-1918, όταν η περιοχή κατελήφθη από τις Κεντρικές Δυνάμεις κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη συνέχεια θα επανέλθει στη σερβική δικαιοδοσία και η επαρχία θα oνομαστεί Vardarska. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου θα υποστεί τη γερμανική Κατοχή. Τότε θα επιστρέψουν και οι Βούλγαροι στην περιοχή και θα συνεχίσουν την πολιτική εκβουλγαρισμού. Αυτή την πολιτική θα προσπαθήσει να ακυρώσει ο Τίτο στη συνέχεια, εφευρίσκοντας το ιδεολόγημα του μακεδονισμού.


Κατά τη γιουγκοσλαβική περίοδο οι Έλληνες των Σκοπίων υπέστησαν την πολιτική της μακεδονοποίησης, που ακολούθησαν όλες οι γιουγκοσλαβικές κυβερνήσεις. Η πολιτική αυτή θα βρει την πλήρη αποθέωση μετά τη διάλυση της πολυεθνικής Γιουγκοσλαβίας, όταν στη νέο κράτος της FYROM θα επικρατήσουν οι Σλαβομακεδόνες εθνικιστές, οι οποίοι θα προσπαθήσουν να ακυρώσουν τη σλαβική καταγωγή της πλειονότητας των κατοίκων και να εμφυσήσουν στους πληθυσμούς -πλην Αλβανών- τη βεβαιότητα ότι υπήρχε από την αρχαιότητα το έθνος των Μακεδόνων, που δεν είχε καμιά απολύτως σχέση με τους Έλληνες.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
« Προηγουμενη
Επομενη »