Tελευταια Νεα

Παρασκευή, Νοεμβρίου 05, 2021

Οι σφαγείς της Κύπρου ζητάνε και τα ρέστα! Κατάπτυστο κείμενο του ψευδοκράτους στον ΟΗΕ







Μία ακόμη επιστολή πρόκληση του ψευδοκράτους στον ΟΗΕ…Ένα κατάπτυστο κείμενο που διαστρεβλώνει πλήρως την πραγματικότητα και την ιστορία. Υπογράφεται από κάποιον Mehmet Dânâ που δηλώνει «εκπρόσωπος της τουρκικής δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου» και η γραμματοκομιστής είναι ο αντιπρόσωπος της Τουρκίας στον ΟΗΕ… Στο κείμενο ντροπή ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει καμία κατοχή στην Κύπρο και ούτε λίγο ,ούτε πολύ ζητά και τα ρέστα από την Κυπριακή Δημοκρατία. Απ΄ όσα γράφει προκύπτει πόσο μεγάλο δώρο έκανε η χούντα των Αθηνών το 1974 με το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου , αλλά αυτό είναι γνωστό.

Προφανώς τα όσα ισχυρίζονται οι υπάλληλοι του Ερντογάν θα πρέπει να απαντηθούν. Και εγγράφως αλλά και μέσω των «ανοιχτών διαύλων» που όπως μας διαβεβαίωσε ο πρωθυπουργός και χθες στη συνέντευξη του στο Mega, παραμένουν ανοιχτοί.

Μεταξύ άλλων στην επιστολή αναφέρεται:

«Οι Έλληνες και Ελληνοκύπριοι εκπρόσωποι παραπληροφορούν εδώ και καιρό τη διεθνή κοινότητα παρουσιάζοντας το Κυπριακό ως πρόβλημα «κατοχής». Στην πραγματικότητα, κανένα ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών για την Κύπρο δεν περιγράφει τη νόμιμη και δικαιολογημένη τουρκική παρουσία στο νησί ως «κατοχή», όπως είναι σύμφωνα με τις διεθνείς συνθήκες της Κύπρου του 1960. Για να μην ξεχνιόμαστε, η εγγυήτρια Τουρκία έπρεπε να παρέμβει μετά από 11 χρόνια τουρκοκυπριακής δοκιμασίας στα χέρια των Ελληνοκυπρίων που κορυφώθηκε στην απόπειρα πραξικοπήματος που οργάνωσε η στρατιωτική χούντα στην Αθήνα και οι Ελληνοκύπριοι συνεργάτες της, με στόχο την προσάρτηση ολόκληρου του νησιού στην Ελλάδα (ένωση) και ολοκληρωτική εξόντωση του τουρκοκυπριακού λαού. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το Κυπριακό ξεκίνησε το 1963 και όχι το 1974, όταν η ελληνοκυπριακή πλευρά σφετερίστηκε βίαια τον τίτλο της εταιρικής σχέσης της Κυπριακής Δημοκρατίας του 1960 και έδιωξε τον Τουρκοκύπριο εταίρο από όλα τα κρατικά όργανα. Κατά τη διάρκεια των ετών από το 1963 έως το 1974, μια περίοδο που οι Έλληνες και οι Ελληνοκύπριοι εκπρόσωποι επιλέγουν βολικά να αγνοήσουν, οι Ελληνοκύπριοι, με τη βοήθεια και την ενθάρρυνση της Ελλάδας, συμμετείχαν σε μια εκστρατεία εθνοκάθαρσης κατά των Τουρκοκυπρίων, γνωστή ως Σχέδιο Ακρίτας, με απώτερο σκοπό την επίτευξη της ένωσης. Αυτή η μεγάλης κλίμακας βία και οι επακόλουθες κατάφωρες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατέστησαν αναγκαίο το Συμβούλιο Ασφαλείας να αναπτύξει την Ειρηνευτική Δύναμη των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο στο νησί το 1964 προκειμένου να σταματήσει η αιματοχυσία και οι φρικαλεότητες που διαπράττονταν κατά του τουρκοκυπριακού λαού…

…Επιβεβαιώνοντας αυτά τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, το γεγονός ότι δεν υπάρχει καμία αναφορά σε αυτό στις εν λόγω δηλώσεις αποτελεί απόδειξη του γεγονότος ότι αυτές οι παρατηρήσεις δεν βασίζονται σε γεγονότα, αλλά είναι ένα ακόμη επεισόδιο του γνωστού ελληνοκυπριακού προπαγανδιστικού μηχανισμού.

Με παρόμοιο τρόπο, αντίθετα με τους ισχυρισμούς, το θέμα των «εκτοπισμένων» χρονολογείται από το 1963, όταν οι Τουρκοκύπριοι σε όλο το νησί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους από φόβο για τη ζωή τους μπροστά στην ελληνοκυπριακή επίθεση που διήρκεσε 11 χρόνια. Αν και πολλοί Τουρκοκύπριοι καθώς και Ελληνοκύπριοι εκτοπίστηκαν το 1974 ως αποτέλεσμα του ελληνοκυπριακού πραξικοπήματος και των συνεπειών του, το ζήτημα των εκτοπισμένων διευθετήθηκε μέσω της εθελοντικής ανταλλαγής πληθυσμών που επιτεύχθηκε μεταξύ των δύο πλευρών στο ο τρίτος γύρος συνομιλιών που πραγματοποιήθηκε στη Βιέννη το 1975. Η συμφωνία εφαρμόστηκε υπό την επίβλεψη της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο και τόσο η συμφωνία όσο και η εφαρμογή της καταγράφονται σε σχετικά έγγραφα των Ηνωμένων Εθνών (S/11789 της 5ης Αυγούστου 1975, S/11789/Add.1 της 10ης Σεπτεμβρίου 1975).

Οι Ελληνοκύπριοι εκπρόσωποι, που προσπαθούν να παρουσιάσουν τους εαυτούς τους ως υπερασπιστές των ατομικών και συλλογικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών, ειρωνικά αγνοούν τη σοβαρότερη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο νησί, δηλαδή την άδικη και απάνθρωπη απομόνωση που επιβάλλεται στον τουρκοκυπριακό λαό με υποκίνηση της ελληνοκυπριακής διοίκησης. Αυτή η συνολική απομόνωση κυμαίνεται από την άρνηση στον τουρκοκυπριακό λαό του δικαιώματος εκπροσώπησης στη διεθνή σκηνή, συμπεριλαμβανομένων των πολιτιστικών, ακαδημαϊκών και αθλητικών εκδηλώσεων. στην πρόληψη και τον περιορισμό των ταξιδιών τους στο εξωτερικό και της επικοινωνίας τους με τον έξω κόσμο· για τον περιορισμό των εμπορικών σχέσεων με άλλες χώρες. Δράττομαι αυτής της ευκαιρίας για να τονίσω ότι η άδικη απομόνωση που επιβάλλεται στον τουρκοκυπριακό λαό είναι το πιο σημαντικό στοιχείο που δηλητηριάζει τις σχέσεις των δύο πλευρών και των λαών τους, υπονομεύοντας έτσι τις προοπτικές μιας διευθέτησης μέσω διαπραγματεύσεων στο νησί.

Ο ισχυρισμός ότι η Τουρκία αλλοίωσε τον «δημογραφικό χαρακτήρα» και τη «δημογραφική σύνθεση» του νησιού είναι επίσης εντελώς αβάσιμος και αποτελεί ένα ακόμη προϊόν της συνεχιζόμενης εκστρατείας παραπληροφόρησης και δυσφήμισης της ελληνοκυπριακής πλευράς. Η διαδικασία μέσω της οποίας αποκτάται η ιθαγένεια στην Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου είναι εφάμιλλη με τα πρότυπα που εφαρμόζονται ευρέως σε όλο τον κόσμο. Από την άποψη αυτή, πρέπει να σημειωθεί ότι η ελληνοκυπριακή διοίκηση έχει επιτρέψει την εγκατάσταση χιλιάδων μη Ελληνοκυπρίων στη Νότια Κύπρο, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, σύμφωνα με τη δική της εσωτερική νομοθεσία. Θα πρέπει επίσης να υπογραμμιστεί ότι η ελληνοκυπριακή διοίκηση υποβλήθηκε επίσης σε ενδελεχή έλεγχο από την Ευρωπαϊκή Ένωση για το «σύστημα ιθαγένειας επενδυτών» που τέθηκε σε εφαρμογή το 2013, βάσει του οποίου μια επένδυση τουλάχιστον 2 εκατομμυρίων ευρώ (2,2 εκατομμύρια δολάρια) θα μπορούσε να εξασφαλίσει ταξίδια χωρίς διαβατήριο και βίζα σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το εν λόγω σύστημα χορήγησης «χρυσών διαβατηρίων» έχει αξιοποιηθεί ως τρόπος ξεπλύματος χρήματος μέσω υπεράκτιων εταιρειών και παροχής ασφαλούς καταφυγίου σε φυγάδες εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μάλιστα, αποκαλύφθηκε από έγκριτο μέσο ενημέρωσης ότι εξέχοντες Ελληνοκύπριοι πολιτικοί, οι οποίοι αργότερα έπρεπε να παραιτηθούν, συμμετείχαν επίσης στη βοήθεια και υποκίνηση καταδικασμένων εγκληματιών να αποκτήσουν διαβατήρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω του εν λόγω συστήματος. Στη συνέχεια, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε δήλωση στις 13 Οκτωβρίου 2020 δηλώνοντας ότι η Επιτροπή «παρακολούθησε με δυσπιστία πώς υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι ανταλλάσσουν την ευρωπαϊκή ιθαγένεια για οικονομικά οφέλη. Η Πρόεδρος [Ursula] von der Leyen ήταν ξεκάθαρη όταν έλεγε ότι οι ευρωπαϊκές αξίες δεν πωλούνται. Η Επιτροπή εξετάζει επί του παρόντος τη συμμόρφωση με το κοινοτικό δίκαιο του κυπριακού συστήματος ενόψει πιθανών διαδικασιών επί παραβάσει».

Όσον αφορά τα σχόλια για το θέμα της ιδιοκτησίας, πρέπει να σημειωθεί ότι σε αντίθεση με την ελληνοκυπριακή πλευρά, η οποία δεν παρέχει αποτελεσματικό μηχανισμό αποκατάστασης για τις τουρκοκυπριακές περιουσίες στη Νότια Κύπρο, η τουρκοκυπριακή πλευρά αναγνωρίζει και σέβεται το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, συμπεριλαμβανομένων Ελληνοκυπρίων, που άφησαν περιουσίες στη Βόρεια Κύπρο. Ως εκ τούτου, η τουρκοκυπριακή πλευρά έχει δημιουργήσει έναν αποτελεσματικό εγχώριο μηχανισμό προσφυγής, δηλαδή την Επιτροπή Ακίνητης Περιουσίας, όπως αναγνωρίζεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για να διευθετήσει τις αξιώσεις των Ελληνοκυπρίων σύμφωνα με τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Μέχρι τις 29 Σεπτεμβρίου 2021, 6.935 αιτήσεις έχουν υποβληθεί στην Επιτροπή, 1.227 από τις οποίες έχουν ολοκληρωθεί μέσω φιλικών διακανονισμών και 34 μέσω επίσημων ακροάσεων. Από την άλλη πλευρά, οι Τουρκοκύπριοι που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις περιουσίες τους στη Νότια Κύπρο εξακολουθούν να μην μπορούν να διεκδικήσουν οποιοδήποτε ένδικο μέσο, ​​συμπεριλαμβανομένης της αποζημίωσης. Με την επίκληση του «Νόμου περί Επιμέλειας» στη Νότια Κύπρο, η ελληνοκυπριακή διοίκηση αποτρέπει αποτελεσματικά τα ένδικα μέσα για δικαιώματα ιδιοκτησίας όπως η επιστροφή, η ανταλλαγή ή η αποζημίωση για τους Τουρκοκύπριους.

Δυστυχώς, η ελληνοκυπριακή διοίκηση στοχεύει να εκμεταλλευτεί τους Ελληνοκύπριους και Μαρωνίτες που ζουν στην Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου για σκοπούς πολιτικής προπαγάνδας, αποκαλώντας τους ως «εγκλωβισμένους». Οι ίδιοι οι Ελληνοκύπριοι και οι Μαρωνίτες που ζουν στη χώρα μας αρνούνται τον ισχυρισμό ότι είναι «εγκλωβισμένοι», όπως εκφράστηκε σε συνέντευξη που έγινε με τους Ελληνοκύπριους κατοίκους στην Καρπασία. Όταν ένας δημοσιογράφος ανέφερε ότι ο σκοπός της επίσκεψής του ήταν να δει τους «εγκλωβισμένους» στην περιοχή, ο ερωτώμενος απάντησε «Εγκλωβιμένος; Δεν είμαστε εγκλωβισμένοι!». (Εφημερίδα Πολίτης, 10 Οκτωβρίου 2017). Επίσης, οι Ελληνοκύπριοι και Μαρωνίτες που έχουν επιλέξει να διαμένουν στην επικράτειά μας σύμφωνα με το 1975

Η συμφωνία εθελοντικής ανταλλαγής πληθυσμών απολαμβάνει όλα τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που παρέχονται στους πολίτες της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου, συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας μετακίνησης, θρησκείας, έκφρασης και εκπαίδευσης. Θέλω επίσης να υπογραμμίσω ότι ο όρος «εγκλωβισμένος» επινοήθηκε για πρώτη φορά από τον τότε Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, U Thant, για να περιγράψει τα δεινά των Τουρκοκυπρίων μεταξύ 1963 και 1974, οι οποίοι είχαν αναγκαστεί από τους Ελληνοκύπριους να ζουν σε μικρούς θύλακες διάσπαρτους στο νησί, που αποτελούν μόλις το 3 τοις εκατό της επικράτειας της Κύπρου.

Σε σχέση με τα σχόλια για την περιφραγμένη περιοχή του Maraş (Varosha) που έγιναν από Έλληνες και Ελληνοκύπριους εκπροσώπους, δεν πρέπει να παραβλεφθεί το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια πολλών δεκαετιών, το Maraş έχει γίνει ένα σημαντικό σύμβολο του status quo στην Κύπρο, και είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι το να μένει κλειστό το Maraş στην παρούσα κατάστασή του δεν είναι προς το συμφέρον κανενός. Πρέπει να σημειωθεί, σχετικά, ότι η περιφραγμένη περιοχή του Maraş είναι μέρος του εδάφους της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου, όπου η κυβέρνησή μας έχει αποκλειστική δικαιοδοσία και εξουσία. Οι εργασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη σε αυτόν τον τομέα, καθώς και τα βήματα που σχεδιάζονται για το μέλλον, συνάδουν με το διεθνές δίκαιο και δεν θίγουν τα δικαιώματα ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Πρόκειται για μια ανθρωπιστική πράξη που θα προσφέρει οικονομικά οφέλη τόσο στους Τουρκοκύπριους όσο και στους Ελληνοκύπριους και θα δημιουργήσει μια μοναδική περιοχή όπου Τουρκοκύπριοι και Ελληνοκύπριοι, καθώς και άλλοι ξένοι υπήκοοι, μπορούν να συνεργαστούν για αμοιβαίο όφελος. Η δημιουργία ενός τέτοιου παραδείγματος μιας σχέσης συνεργασίας θα συμβάλει επίσης στις προσπάθειες που στοχεύουν στην εξεύρεση μιας ελεύθερα διαπραγματευόμενης και αμοιβαία αποδεκτής συμφωνίας στο νησί.

Όσον αφορά τις δηλώσεις που έγιναν σε σχέση με το θέμα των αγνοουμένων, θα ήθελα να επαναλάβω ότι η τουρκοκυπριακή πλευρά κάνει ό,τι μπορεί για αυτό το ανθρωπιστικό ζήτημα, που επηρεάζει τόσο τους Τουρκοκύπριους όσο και τους Ελληνοκύπριους, βοηθώντας και συμβάλλοντας στις εργασίες της Επιτροπής Αγνοουμένων, ώστε η τελευταία να μπορέσει να εκπληρώσει με επιτυχία την εντολή της. Παρά την ανθρωπιστική στάση της τουρκοκυπριακής πλευράς, ο μόνος στόχος της ελληνοκυπριακής πλευράς, δυστυχώς, είναι να πολιτικοποιήσει αυτό το ανθρωπιστικό ζήτημα για λόγους πολιτικής προπαγάνδας ενώπιον διεθνών πλατφορμών, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Εθνών, αντί να εμπλακεί θετικά στο έργο της Επιτροπή Αγνοουμένων.

Προκειμένου να υποστηρίξει το έργο της Επιτροπής Αγνοουμένων, η τουρκοκυπριακή πλευρά δημιούργησε το 2016 Επιτροπή Αρχείων, η οποία αποτελείται από στρατιωτικές αρχές, αστυνομικές αρχές, εμπειρογνώμονες του Υπουργείου Υγείας και των Εθνικών Αρχείων καθώς και άλλες σχετικές μονάδες της Κυβέρνησης, να εξετάσει τα σχετικά αρχεία για τα στοιχεία που ζητά η Επιτροπή Αγνοουμένων σχετικά με τον εντοπισμό των αγνοουμένων. Σε αυτό το πλαίσιο, δόθηκε πρόσβαση στο γραφείο του τουρκοκυπριακού μέλους για να ελέγξει αεροφωτογραφίες που χρονολογούνται από το 1974. Η τουρκοκυπριακή πλευρά έχει επίσης ιδρύσει μια μονάδα έρευνας υπό την προεδρία της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου για να εξετάσει όλα τα σχετικά αρχεία προκειμένου να συγκεντρώσει τις πληροφορίες που ζητήθηκαν από την Επιτροπή Αγνοουμένων σχετικά με τις πιθανές τοποθεσίες αγνοουμένων, καθώς και τη Μονάδα Αγνοουμένων, η οποία διεξάγει ποινικές έρευνες για υποθέσεις ταυτοποιημένων Ελληνοκυπρίων αγνοουμένων υπό την επίβλεψη του συνταγματικά ανεξάρτητου Γενικού Εισαγγελέα της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου. Επιπλέον, με την εύρεση στοιχείων για πιθανούς τόπους ταφής, η τουρκοκυπριακή πλευρά επιτρέπει την πρόσβαση της Επιτροπής Αγνοουμένων σε οποιαδήποτε περιοχή σε ολόκληρη την Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου, είτε διακόπτοντας την κατασκευή ενός μεγάλου δρόμου είτε δίνοντας πρόσβαση σε αυτούς τους στρατιωτικούς τομείς που ζητά η Επιτροπή Αγνοουμένων σύμφωνα με το πρόγραμμα εργασίας της. Από την άποψη αυτή, τον Απρίλιο του 2021, παραχωρήθηκε πρόσβαση σε πέντε επιπλέον ύποπτες τοποθεσίες ταφής σε στρατιωτικές περιοχές στη Βόρεια Κύπρο όπου οι ανασκαφές γίνονται σύμφωνα με τον ανασκαφικό σχεδιασμό της Επιτροπής Αγνοουμένων. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι τόσο η Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου όσο και η Τουρκία συνεχίζουν να στηρίζουν οικονομικά την Επιτροπή Αγνοουμένων.

Απασχολημένη με τη διάδοση παραπληροφόρησης για την τουρκοκυπριακή πλευρά και την Τουρκία, η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν έχει απαντήσει ακόμη στο κάλεσμα της Επιτροπής Αγνοουμένων να ερευνήσει τις στρατιωτικές ή αστυνομικές αναφορές, τα ημερολόγια, τις ιατρικές εκθέσεις ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο μπορεί να περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με πιθανούς τόπους ταφής ή λείψανα που ανήκουν σε αγνοούμενους. Καμία από τις ποινικές έρευνες που διεξήχθησαν για τους θανάτους Τουρκοκυπρίων αγνοουμένων δεν είχε ως αποτέλεσμα τον εντοπισμό των δραστών ή τη δίωξη όσων ταυτοποιήθηκαν. Επιπλέον, μέχρι σήμερα, η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν έχει ανταποδώσει όσον αφορά τη διευκόλυνση της πρόσβασης σε όλες τις στρατιωτικές περιοχές καθώς και στα αρχεία της ελληνοκυπριακής αστυνομίας που ενεπλάκη από πρώτο χέρι στις μαζικές θηριωδίες κατά των Τουρκοκυπρίων, ιδιαίτερα το 1963 έως το 1964.

Όσον αφορά τους ισχυρισμούς σχετικά με την πολιτιστική και θρησκευτική κληρονομιά στην Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου, θα ήθελα να τονίσω ότι η τουρκοκυπριακή πλευρά, παρά τους πενιχρούς πόρους της, προστατεύει και διαφυλάσσει την πολιτιστική και θρησκευτική κληρονομιά της Κύπρου, που πηγάζει από την διαφορετικούς και πλούσιους πολιτισμούς καθώς και πολιτισμούς, που αναπτύχθηκαν στο νησί σε όλη την ιστορία. Εκτός από τις δικές της προσπάθειες για την προστασία και τη διατήρηση της πολιτιστικής και θρησκευτικής κληρονομιάς στην επικράτειά της, ανεξάρτητα από την προέλευσή της, η τουρκοκυπριακή πλευρά έχει επίσης εμπλακεί ενεργά και συμβάλλει στο έργο της Τεχνικής Επιτροπής Πολιτιστικής Κληρονομιάς, η οποία ως εξαιρετικό παράδειγμα του τι μπορούν να επιτύχουν οι δύο πλευρές μέσω της συνεργασίας για το καλό των δύο λαών.

Από την άλλη, οι Έλληνες και Ελληνοκύπριοι εκπρόσωποι κάνουν τα στραβά μάτια στη δεινή κατάσταση της τουρκο-ισλαμικής πολιτιστικής κληρονομιάς στη Νότια Κύπρο. Η ελληνοκυπριακή διοίκηση, από το 1963, ακολουθεί μια πολιτική εξάλειψης κάθε ίχνους της τουρκο-ισλαμικής κληρονομιάς της Κύπρου. Κατά την περίοδο από το 1963 έως το 1974, τζαμιά, ιερά και άλλοι ιεροί τόποι σε τουρκικά χωριά σε όλο το νησί καταστράφηκαν από τους Ελληνοκύπριους. Οι επιτόπιες μελέτες που πραγματοποιήθηκαν από τους ειδικούς μας και οι πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν από Τουρκοκύπριους που επισκέφθηκαν τη Νότια Κύπρο έχουν δείξει ότι υπάρχουν περισσότερα από 130 τζαμιά στη Νότια Κύπρο, ένας σημαντικός αριθμός των οποίων είναι σε εξαιρετικά κακή κατάσταση. Επιπλέον, όλα τα κινητά πολιτιστικά αντικείμενα από αυτά τα μνημεία, δηλαδή εκατοντάδες χειρόγραφα Ιερά Κοράνια, χαλιά προσευχής, θρανία ανάγνωσης του Ιερού Κορανίου και κομμάτια ισλαμικής αγιογραφίας έχουν καταστραφεί ή λεηλατηθεί.

Σε αυτό το πλαίσιο, είναι σαφές ότι οι παραπλανητικές δηλώσεις των Ελλήνων και Ελληνοκυπρίων εκπροσώπων δεν επιβεβαιώνονται από νομικά και ιστορικά γεγονότα που αφορούν το νησί. Έτσι, αντί να εξαπολύει αβάσιμες κατηγορίες, οι οποίες δημιουργούν μόνο ένα περιβάλλον δυσπιστίας και εχθρότητας μεταξύ των δύο λαών του νησιού, η ελληνοκυπριακή πλευρά θα πρέπει να καταβάλει μεγαλύτερη προσπάθεια για τη δημιουργία κλίματος που να ευνοεί τη συνεργασία μεταξύ των δύο πλευρών στην Κύπρο, όπως αποκαλείται επίσης. στην έκθεσή σας της 9ης Ιουλίου 2021 (S/2021/635), η οποία εγκρίθηκε με την απόφαση 2587 (2021) του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Επωφελούμενος της παρούσας ευκαιρίας, θα ήθελα επίσης να υπενθυμίσω στην ελληνοκυπριακή διοίκηση ότι ο ομόλογός της είναι, και ήταν πάντα, η τουρκοκυπριακή πλευρά, όχι η Τουρκία.

Θα ήμουν ευγνώμων εάν η παρούσα επιστολή μπορούσε να κυκλοφορήσει ως έγγραφο της Γενικής Συνέλευσης, στο σημείο 44 της ημερήσιας διάταξης.

(Υπογραφή) Mehmet Dânâ

Εκπρόσωπος

Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου..

« Προηγουμενη
Επομενη »