Tελευταια Νεα

Πέμπτη, Οκτωβρίου 22, 2020

Αύξηση – σοκ 500% της συγκέντρωσης κορονοϊού στα λύματα της Θεσσαλονίκης

   


Έντονα αυξητική εξακολουθεί να καταγράφεται η συγκέντρωση του γονιδιώματος του SARS-CoV-2 στα λύματ
α του πολεοδομικού συγκροτήματος Θεσσαλονίκης.


Την προηγούμενη εβδομάδα, ανάμεσα στις 12 και 14 Οκτωβρίου, η διεπιστημονική ομάδα ερευνητών του ΑΠΘ, που σε συνεργασία με την ΕΥΑΘ αναλύει συστηματικά -ανά δύο ημέρες- δείγματα από τα υγρά αστικά απόβλητα στην είσοδο της Εγκατάστασης Επεξεργασίας Λυμάτων Θεσσαλονίκης, υπολόγισε μία δραματική αύξηση των φορέων του κορονοϊού στην πόλη --της τάξης του 290% στο ιικό φορτίο των λυμάτων, όπου συνυπολογίζονται συμπτωματικοί και ασυμπτωματικοί φορείς. Η τάση αυτή αποτυπώθηκε μετά από έξι ημέρες στα επιβεβαιωμένα κρούσματα για τη Θεσσαλονίκη που ανακοινώθηκαν από τον ΕΟΔΥ.

Υπενθυμίζεται ότι όλο τον Σεπτέμβριο η συγκέντρωση του γονιδιώματος του SARS-CoV-2 στα αστικά υγρά απόβλητα της Θεσσαλονίκης ήταν οριακά ανιχνεύσιμη από την ομάδα του ΑΠΘ. Μάλιστα, στις 5 Οκτωβρίου η Θεσσαλονίκη κατέγραφε τη θετικότερη επίδοση με μόλις δύο ανακοινωθέντα κρούσματα σε σύνολο 303 πανελλαδικά, ενώ μια εβδομάδα αργότερα στις 12 Οκτωβρίου ανακοινώθηκαν 6 κρούσματα. Χθες, 21 Οκτωβρίου, ανακοινώθηκαν 181 κρούσματα στη Θεσσαλονίκη, σημαίνοντας συναγερμό στις υγειονομικές αρχές για την πορεία της πανδημίας στην πόλη. Αυτή τη στιγμή και με ημερομηνία αναφοράς την 12η Οκτωβρίου 2020 στις μετρήσεις στα λύματα της πόλης παρατηρείται μία αύξηση της συγκέντρωσης του SARS-Cov-2 της τάξης του 500%.

«Τις επόμενες μέρες αναμένουμε τα επιβεβαιωμένα κρούσματα να παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, με αυξητική τάση. Με αναφορά στις 12 Οκτωβρίου, όταν ξεκίνησε να καταγράφεται η αυξητική τάση, μετρούμε αυτή την εβδομάδα διπλάσια τη συγκέντρωση του ιικού φορτίου, όταν την προηγούμενη ήταν τριπλάσια. Δηλαδή, συνολικά από τις 12 Οκτωβρίου είμαστε περίπου πέντε φορές επάνω. Τα μέχρι τώρα στοιχεία είναι απολύτως αξιόπιστα, μιας και στις αναλύσεις έχουμε κάνει τριπλές επαναλήψεις και εφαρμογή προηγμένων μεθόδων επεξεργασίας των δειγμάτων και στη συνέχεια εξορθολογίσαμε τις μετρούμενες τιμές, με βάση τις ημερήσιες διακυμάνσεις περιβαλλοντικών παραμέτρων στα λύματα, που επηρεάζουν και αλλοιώνουν τις μετρήσεις. Παρόλα αυτά χρειάζεται να παρακολουθήσουμε τις μετρήσεις και τις επόμενες μέρες, για να επιβεβαιώσουμε τη μορφή και την κλίση της αυξητικής καμπύλης του ιικού φορτίου», δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο πρύτανης του ΑΠΘ και συντονιστής της ερευνητικής ομάδας, καθ. Νίκος Παπαϊωάννου.

«Είναι προφανές ότι η επιδημιολογική εικόνα των λυμάτων αποδεικνύεται ένας αξιόπιστος δείκτης έγκαιρης παρακολούθησης της διασποράς του κορονοϊού στην κοινότητα. Εντοπίσαμε την εκτίναξη της διασποράς 6 ημέρες πριν αυτή επιβεβαιωθεί κλινικά από τον αριθμό των καταγεγραμμένων κρουσμάτων. Ας σημειωθεί ότι στη διεθνή βιβλιογραφία αναφέρεται ότι χρειάζονται 5 με 7 ημέρες κατά μέσο όρο, για να εκδηλωθεί η νόσος μετά την αρχική μετάδοσή της. 

Η προσεκτικά εξορθολογισμένη ανάγνωση των αναλύσεων στα λύματα εξασφαλίζει κρίσιμο χρόνο για την έγκαιρη λήψη μέτρων από την πλευρά της Πολιτείας και τη συνειδητοποίηση από πλευράς των πολιτών, ότι δεν υπάρχουν περιθώρια για ανεύθυνες και αντικοινωνικές συμπεριφορές», εξήγησε ο πρύτανης του ΑΠΘ και υπογράμμισε: «Από την αρχή της πανδημίας κατέστη σαφές ότι η ατομική ευθύνη είναι το ισχυρότερο όπλο που διαθέτουμε για να αντιμετωπίσουμε τον ιό. 

Είναι γεγονός και ότι έχει επέλθει μία κόπωση στην κοινωνία από την παρατεταμένη εφαρμογή περιοριστικών μέτρων και είναι κατανοητό ότι οι νέοι άνθρωποι θέλουν να βγουν, να διασκεδάσουν. Όμως, είναι για όλους η ώρα της ατομικής ευθύνης, για να προφυλάξουμε το υπέρτατο αγαθό- τη ζωή, να περιφρουρήσουμε το δημόσιο σύστημα υγείας και να αποφύγουμε μέτρα που έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στην κοινωνική και οικονομική ζωή της πόλης».

Η μεθοδολογία αποτίμησης του κορονοϊού στα αστικά απόβλητα, που ανέπτυξε η ομάδα του ΑΠΘ, εξορθολογίζει τις μετρήσεις συγκέντρωσης του γονιδιώματος του ιού με βάση 24 περιβαλλοντικούς παράγοντες, που δύνανται να αλλοιώσουν τα αποτελέσματα των μετρήσεων. Στην έρευνα συμμετέχουν καθηγητές από 11 διαφορετικά εργαστήρια των Τμημάτων Ιατρικής, Χημείας, Φαρμακευτικής, Κτηνιατρικής, Βιολογίας, Πολιτικών Μηχανικών, Μηχανικών Χωροταξίας και Ανάπτυξης του ΑΠΘ.
« Προηγουμενη
Επομενη »