Tελευταια Νεα

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 14, 2020

Εργαζόμενοι και αναστολή σύμβασης εργασίας: Πώς να υπολογίσετε την άδεια που δικαιούστε


Πολλά είναι τα ερωτήματα εργαζομένων και εργοδοτών σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού των ημερών αδείας στην περίπτωση της αναστολής συμβάσεων εργασίας. Ο δικηγόρος - εργατολόγος, Γιάννης Καρούζος αναλύει και περιγράφει στο enikos.gr τα προβλήματα που έχουν προκύψει, ενώ δίνει απαντήσεις για το τι ισχύει με τις άδειες.




Γράφει ο δικηγόρος - εργατολόγος, Γιάννης Καρούζος




Μεγάλο πρακτικό πρόβλημα έχει προκύψει για εργοδότες και εργαζομένους αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμού των ημερών αδείας αναψυχής στην περίπτωση της αναστολής συμβάσεων εργασίας. Ειδικά, δεν έχει διευκρινιστεί, πλην όμως αναμένεται, να αποσαφηνιστεί με έκδοση υπουργικής απόφασης ή εγκυκλίου, αν ο χρόνος, κατά τον οποίο οι εργαζόμενοι τελούσαν σε αναστολή, θα εκτιμηθεί για τον υπολογισμό των δικαιούμενων ημερών κανονικής άδειας. Καταρχάς, υπενθυμίζεται ότι ο εργαζόμενος δικαιούται αναλογία χρόνου ετήσιας άδειας από την έναρξη της απασχόλησής του, σύμφωνα με το εβδομαδιαίο σύστημα εργασίας του (πενθήμερο ή εξαήμερο), χωρίς να απαιτείται να συμπληρώσει συγκεκριμένο διάστημα προϋπηρεσίας στον εργοδότη του.

Συγκεκριμένα, κατά το πρώτο ημερολογιακό έτος που προσελήφθη ο εργαζόμενος, ο εργοδότης υποχρεούται να του χορηγήσει, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου, αναλογία των ημερών αδείας που δικαιούται, σύμφωνα με τους μήνες απασχόλησής του. Κάθε εργαζόμενος με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, δικαιούται από την έναρξη της εργασίας του μέχρι τη συμπλήρωση δωδεκαμήνου να λάβει το ποσοστό της αδείας του. Η αναλογία αυτή υπολογίζεται στη βάση των 20 εργάσιμων ημερών ετήσιας άδειας για όσους εργάζονται πενθήμερο και των 24 εργάσιμων ημερών για όσους εργάζονται εξαήμερο.

Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος, αφού ο εργαζόμενος συμπληρώσει δωδεκάμηνη εργασία, δικαιούται άδεια 21 ημερών (πενθήμερη εργασία) και 25 ημερών (εξαήμερη εργασία). Για το τρίτο και τα επόμενα εργασιακά έτη, ο εργαζόμενος δικαιούται από την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους την κανονική ετήσια άδειά του με αποδοχές, δηλαδή 22 ημέρες (πενθήμερη εργασία) και 26 ημέρες (εξαήμερη εργασία). Μετά τη συμπλήρωση 10 ετών εργασίας στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσίας 12 ετών σε οποιονδήποτε εργοδότη, ο εργαζόμενος δικαιούται άδεια 25 εργάσιμων ημερών (πενθήμερη εργασία) και 30 εργάσιμων ημερών (εξαήμερη εργασία). Μετά τη συμπλήρωση 25ετούς υπηρεσίας σε οποιονδήποτε εργοδότη, οι εργαζόμενοι δικαιούνται μία επιπλέον ημέρα αδείας, δηλαδή 26 ημέρες (πενθήμερη εργασία) και 31 ημέρες (εξαήμερη εργασία).

Ειδικά, αναφορικά με την αναστολή συμβάσεων εργασίας, οι εργαζόμενοι απείχαν από την παροχή υπηρεσιών, οι δε εργοδότες απαλλάχθηκαν από την υποχρέωση καταβολής μισθού. Οι εργαζόμενοι ελάμβαναν αποζημίωση ειδικού σκοπού από τον κρατικό μηχανισμό, ασφαλίζονταν όμως καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της αναστολής σύμφωνα με τις ατομικές συμβάσεις εργασίας τους (πλήρης ασφαλιστική κάλυψη).

Εν είδει «κενού» νόμου σχετικά με την περίπτωση αναστολής και στον υπολογισμό των δικαιούμενων αδειών αναψυχής, θα ήταν χρήσιμη συγκριτική μελέτη και επισκοπή με το θεσμό της διαθεσιμότητας, όπως εκείνη θεσμοθετείται στο Ν. 3846/2010. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία και νομική θεωρία, η διαθεσιμότητα ως θεσμός αποτελεί μορφή αναστολής της σύμβασης εργασίας. Σ’ αυτή την περίπτωση, ο χρόνος που διανύεται αποτελεί πραγματικό χρόνο εργασίας του μισθωτού για τη θεμελίωση και υπολογισμό των εργασιακών δικαιωμάτων του (όπως για τον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης, των επιδομάτων και δώρων, την άδεια αναψυχής κ.λπ.), ενώ συνεχίζεται κανονικά και η κοινωνική ασφάλιση του εργαζομένου.

Ως εκ τούτου, τάσσομαι υπέρ της απόψεως ότι, και στην περίπτωση της αναστολής των συμβάσεων εργασίας, η τελευταία πρέπει να θεωρηθεί πραγματικός χρόνος απασχόλησης, με αποτέλεσμα να λαμβάνεται υπόψη και αυτό το διάστημα για τον υπολογισμό των δικαιούμενων ημερών κανονικής άδειας. Στον αντίποδα, το Υπουργείο Οικονομικών σε προφορικές εξαγγελίες -και μόνον- διευκρίνισε ότι οι ημέρες αδείας θα υπολογίζονται επί του πραγματικού χρόνου απασχόλησης. Η εν λόγω δήλωση «αφήνει ανοικτό» το ενδεχόμενο, οι επιχειρήσεις να μην συμπεριλάβουν τις ημέρες κατά τις οποίες ο εργαζόμενος τελούσε σε αναστολή και δεν παρείχε εν τοις πράγμασι τις υπηρεσίες του για τον υπολογισμό του χρόνου άδειας αναψυχής. Μια τέτοια θεώρηση όμως, βρίσκεται αντιμέτωπη με αρκετές νομικές αμφισβητήσεις. Μία από τις πιο σημαντικές, είναι το γεγονός ότι ο εργαζόμενος για το χρονικό διάστημα της αναστολής, μολονότι δεν παρείχε εργασία, η σύμβαση εργασίας του ήταν σε ισχύ, ενώ καταβάλλονταν στο ακέραιο οι ασφαλιστικές του εισφορές. Με άλλα λόγια το χρονικό διάστημα της αναστολής στην πράξη έχει αντιμετωπισθεί ως χρόνος απασχόλησης, τόσο ασφαλιστικά όσο και εργασιακά. Επομένως, είναι τουλάχιστον νομικά εσφαλμένο, να μην ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό του δικαιώματος της λήψης άδειας αναψυχής".




« Προηγουμενη
Επομενη »