Tελευταια Νεα

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 19, 2020

«Οι ΗΠΑ πρέπει να εγκαταλείψουν το Ιντσιρλίκ»... Αρνούνται να το δεχτούν στην Τουρκία



Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει να μειώσει το στρατιωτικό αποτύπωμα των ΗΠΑ σε όλο τον κόσμο, ιδιαίτερα πριν τις εκλογές. Τόσο το προοδευτικό στρατόπεδο εντός του Δημοκρατικού Κόμματος όσο και η πτέρυγα των Ρεπουμπλικανών θέλουν να μειώσουν τις στρατιωτικές δαπάνες. Πολλοί τεχνοκράτες θέλουν να επενδύσουν εκ νέου στη διπλωματία: Ο τερματισμός της, πολύχρονης και πολυέξοδης, παρουσίας των ΗΠΑ στο Ιντσιρλίκ θα ικανοποιούσε τους πάντες. Η σχεδόν τους πάντες, καθώς στην Τουρκία αρνούνται να δεχθούν τέτοια… ήττα.

Σε πολύκροτο άρθρο του ο Μάικλ Ρούμπιν, ένας εκ των κορυφαίων αναλυτών του American Enterprise Institute που είχε σχεδόν προβλέψει την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016, καλεί τους Αμερικανούς να αποχωρήσουν από τη βάση του Ιντσιρλίκ, λέγοντας χαρακτηριστικά «όσο πιο γρήγορα, τόσο το καλύτερο».

Ο Ρούμπιν εμφανίζεται απόλυτα σύμφωνος με τις δηλώσεις του γερουσιαστή Ρον Τζόνσον, που είχε αναφερθεί στην «αβεβαιότητα» που επικρατεί σχετικά με τη παρουσία των Αμερικανών στο Ιντσιρλίκ. Ταυτόχρονα, αναφέρεται στην αυξανόμενη γεωπολιτική αξία που έχει η Κύπρος για τις ΗΠΑ, φέρνοντας ως παραδείγματα την αιφνίδια επίσκεψη του Μάικ Πομπέο και τα κοινά γυμνάσια του αμερικανικού πολεμικού ναυτικού με την κυπριακή Εθνική Φρουρά.

Ο Αμερικανός αναλυτής κάνει μία ιστορική αναδρομή στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, επισημαίνοντας πως η Τουρκία ήταν τότε απαραίτητη για τις ΗΠΑ, ως το ένα από τα δύο μέλη του NATO που συνόρευε με την Σοβιετική Ένωση και λόγω της θέσης της στο Βόσπορο, που ήταν «ζωτικής σημασίας» για τα αμερικανικά συμφέροντα.

Προχωρά σε μία περιγραφή του κομβικού ρόλου που είχε η βάση του Ιντσιρλίκ στην αμερικανική αποτρεπτική στρατηγική έναντι της ΕΣΣΔ, στις επιχειρήσεις των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή και στην αποθήκευση αμερικανικών ατομικών όπλων, υπολογίζοντας πως σήμερα είναι αποθηκευμένες, περίπου πενήντα πυρηνικές κεφαλές.
Το πρώτο «ρήγμα»

Αναγνωρίζει πως η βάση παρέμεινε σημαντική για τους Αμερικανούς και μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, τόσο στον πρώτο Πόλεμο του Κόλπου, όσο και στην εισβολή στο Αφγανιστάν που ακολούθησε τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Δεν γίνονταν φυσικά να μην αναφερθεί στο πρώτο «ρήγμα» στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, με την άρνηση του τότε πρωθυπουργού Ερντογάν να παραχωρήσει τη βάση για τον δεύτερο πόλεμο κατά του Ιράκ, το 2003.

Ο Ρούμπιν επισημαίνει πως από τότε η Τουρκία προσπαθεί να αξιοποιήσει την εξάρτηση των ΗΠΑ από το Ιντσιρλίκ. Φέρνει ως παράδειγμα την απαίτηση της τουρκικής κυβέρνησης να διαθέτει το δικαίωμα αρνησικυρίας σε κάθε αμερικανική πτήση, γεγονός που θα δυσχεραίνει τις όποιες πολεμικές επιχειρήσεις. Στην ανάλυση του εξετάζει τις πιθανές εναλλακτικές των Αμερικανών, φέρνοντας ως παράδειγμα και την βάση της Σούδας, λόγω της κομβικής της θέσης στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ο αναλυτής θεωρεί ιδιαίτερο προβληματικό το κλίμα αντιαμερικανισμού στην Τουρκία, αναφέροντας πως υποκινείται από τον ίδιο τον Ερντογάν και τα φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης, εκφράζοντας ταυτόχρονα την ανησυχία του για την ασφάλεια του αμερικανικού προσωπικού και των πυρηνικών όπλων που είναι αποθηκευμένα στη βάση.

«Όσο πιο γρήγορα, τόσο το καλύτερο»

Σημειώνει πως μία αποχώρηση των Αμερικανών από το Ιντσιρλίκ είναι σύμφωνη τόσο με τη βασική θέση του Τραμπ για τη μείωση της αμερικανική στρατιωτικής παρουσίας στο εξωτερικό, όσο και με τις θέσεις της αριστερής πτέρυγας των Δημοκρατικών για τις αμυντικές δαπάνες. Το πιο όμως χαρακτηριστικό συμπέρασμα της ανάλυσης του Ρούμπιν είναι πως μοιάζει να θεωρεί την Τουρκία ως μία «χαμένη υπόθεση» για τις ΗΠΑ.

Ο αναλυτής επικρίνει τις θέσεις των Αμερικανών διπλωματών και στρατιωτικών, που περιορίζουν το πρόβλημα των αμερικανοτουρκικών σχέσεων στο πρόσωπο του Ερντογάν, ενώ σχεδόν μέμφεται την πάγια θέση του αμερικανικού κατεστημένου πως «η Τουρκία είναι πολύ μεγάλη για να εγκαταλειφθεί».

Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό πως ο Ρούμπιν δεν προκρίνει την σταδιακή αποχώρηση των Αμερικανών, αλλά ουσιαστικά συστήνει «να φύγουν άμεσα», προκειμένου να αιφνιδιάσουν την Τουρκία και να την φέρουν ενώπιον τετελεσμένων. Δηλαδή, να αντικρύσουν οι Τούρκοι «το επόμενο πρωί» μία εντελώς άδεια βάση, για να μην έχουν το παραμικρό περιθώριο για τα «ανατολίτικα παζάρια», στα οποία ειδικεύονται.

Στο στάδιο της άρνησης

Τα τουρκικά μέσα επικαλέστηκαν την Τετάρτη έναν αξιωματούχο του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας, ο οποίος διαψεύδει τις δηλώσεις ενός Ρεπουμπλικάνου γερουσιαστή που ανέφερε την περασμένη εβδομάδα, ότι η Ουάσιγκτον εξετάζει το ενδεχόμενο να εδραιώσει την παρουσία της σε μία βάση στην Κρήτη, στο πλαίσιο των προετοιμασιών για απόσυρση των αμερικανικών δυνάμεων από την τουρκική αεροπορική βάση του Ιντσιρλίκ.

«Δεν ξέρουμε τι πρόκειται να γίνει στο Ιντσιρλίκ», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά ο γερουσιαστής του Ουισκόνσιν Ρον Τζόνσον, ο οποίος ηγείται μίας υποεπιτροπής της Γερουσίας για τις εξωτερικές σχέσεις με την Ευρώπη, μιλώντας στην εφημερίδα Washington Examiner την περασμένη Παρασκευή. Ο Ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής έκανε λόγο για «ενοχλητική» εξωτερική πολιτική από πλευράς του Ερντογάν, η οποία έχει ωθήσει την Αμερική να κινηθεί προς την εφαρμογή σχεδίου για τη μετεγκατάσταση των δυνάμεων της στην περιοχή.

«Θέλουμε να διατηρήσουμε την πλήρη παρουσία μας και τη συνεργασία με την Τουρκία. Δεν νομίζω ότι θέλουμε να κάνουμε αυτή τη στρατηγική μετατόπιση, όμως νομίζω, ότι από αμυντική σκοπιά, πρέπει να δούμε την πραγματικότητα της κατάστασης και ότι ο δρόμος στον οποίο έχει μπει ο Ερντογάν δεν είναι καλός», είχε δηλώσει ο γερουσιαστής.

Με πληροφορίες από: The National Interest
« Προηγουμενη
Επομενη »