Tελευταια Νεα

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 26, 2020

«Είπα στην αδερφή μου που είναι στο καροτσάκι ότι θα της πάω τον πράσινο μπερέ να την φυλάει...»



"Κάθε φορά που θα βγαίναμε για τρέξιμο σε μισούσα λίγο παραπάνω. Πάντα τελευταίος και μακριά απ όλους μας. Ο Λοχαγός μας έριχνε για κάμψεις μέχρι να μας φτάσεις. Ιδρωμένοι, κουρασμένοι σε περιμέναμε να φανείς πίσω από τα δέντρα. Παρακαλούσα να το πάρεις απόφαση να κοπείς, να τα παρατήσεις.

Ένα βράδυ ξυπνάω να φυλάξω. Ο θαλαμοφύλακας με ενημερώνει ότι φυλάμε μαζί. Κακοτυχία, σκέφτηκα, πάλι θα βρω τον μπελά μου με αυτόν.

Η υπηρεσία κύλησε ομαλά. Όταν πέρασε η έφοδος τους είδες πρώτος και μου φάνηκε περίεργο. Αναγνωρίσαμε καλώς και μου φύγε ένα βάρος.

Μου ζήτησες τσιγάρο, στο έδωσα. Μου ζήτησες και φωτιά. Ξεφυσάω και σου ανάβω. Δεν μίλαγα. Πήρες το θάρρος να ξεκινήσεις να μου μιλάς για σένα. Περιέγραφες το μακρινό χωριό σου με πολύ ενθουσιασμό. Για τα πανηγύρια σας, τα γλέντια, τις χαρές σας. Χαμογελούσα με την άκρη των χειλιών μου με τις εκφράσεις σου και έπαιρνες θάρρος να μιλάς. Ήξερες τι σκέφτομαι αλλά δεν σε ένοιαζε μάλλον η άποψή μου. Μου μίλησες για την μάνα σου και τα αδέρφια που είναι περήφανοι για σένα. Για την φτώχεια της οικογένειας και για τις δουλειές στο χωράφι.

Άρχισα να σπάω, σε συμπαθούσα χωρίς λόγο.

Πήρες το όπλο και έπαιζες με την ασφάλεια από αμηχανία. "Δεν θα κοπώ", μου λες. "Ξέρεις γιατί; Είπα στην αδερφή μου που είναι στο καροτσάκι ότι θα της πάω τον πράσινο μπερέ να την φυλάει. Δεν μπορώ να κάνω πίσω τώρα".

Σάστισα, μου κόπηκε η μιλιά. Δεν μπορούσα να απαντήσω τίποτα. Σε κοιτούσα να περπατάς πέρα δώθε και να κάνεις οπλασκήσεις σαν μικρό παιδί. Ένιωσα τόσο μικρός μπροστά στους στόχους και το πείσμα σου...

Από τότε ποτέ δεν ξανασπάστηικα που μας καψώναραν για σένα. Έβαζα και στους άλλους χέρι να μην σε κοροϊδεύουν. Από τότε είχα άλλον ένα λόγο να υπηρετώ, είχα έναν φίλο με αγάπη στην καρδιά του. Μια αγάπη που τον πήγαινε πιο μπροστά από εμάς που τον περνούσαμε στο τρέξιμο..."
« Προηγουμενη
Επομενη »