Tελευταια Νεα

Κυριακή, Αυγούστου 30, 2020

Το Λιχτενστάιν ζητά κάστρα και εδάφη από την Τσεχία



Στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων απευθύνθηκε το κρατίδιο του Λιχτενστάιν, προκειμένου να του παραχωρηθούν από τη Δημοκρατία της Τσεχίας εδάφη, τα οποία κατασχέθηκαν το 1945 από την Τσεχοσλοβακία.




Το Λιχτενστάιν υπέβαλε επίσημη καταγγελία, για την επιστροφή περίπου μισού εκατομμυρίου στρεμμάτων γης και μερικών από τα μεγαλύτερα κάστρα και παλάτια της Ευρώπης. Oπως δήλωσε η υπουργός Εξωτερικών του κρατιδίου, Κατρίν Εγκενμπέργκερ, στην εφημερίδα «Financial Times», «για εμάς, η παράνομη εφαρμογή των τσεχοσλοβακικών διαταγμάτων και οι συνέπειες υπήρξαν ένα άλυτο ζήτημα», προσθέτοντας πως «απαλλοτρίωση χωρίς αποζημίωση είναι απαράδεκτη».




Μετά την ήττα των ναζί κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η μεταπολεμική τσεχοσλοβακική κυβέρνηση όρισε τη Βουλή του Λιχτενστάιν και άλλες 38 οικογένειες του Λιχτενστάιν ως «γερμανικές», καθώς μιλούσαν γερμανικά, με αποτέλεσμα να λάβουν ως αποζημίωση εδάφη που ανήκαν στην παλιά Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. Η έκταση για την οποία γίνεται η καταγγελία είναι 10 φορές μεγαλύτερη από την περιοχή που καταλαμβάνει σήμερα το πριγκιπάτο του Λιχτενστάιν και υπάρχουν εκεί μεγαλοπρεπή κάστρα και αριστοκρατικά παλάτια, μεταξύ των οποίων και δύο που έχουν κηρυχθεί από την UNESCO Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς.

Εκτός από τα αμφισβητούμενα περιουσιακά στοιχεία που προηγουμένως ανήκαν στον κυβερνώντα οίκο του Λιχτενστάιν, στην υπόθεση εμπλέκονται ακόμα 38 άτομα, ενώ περιλαμβάνει εταιρικές συμμετοχές και επιχειρηματικά συμφέροντα. «Η υπόθεση αφορά θεμελιώδη ζητήματα κυριαρχίας», δήλωσε η Εγκενμπέργκερ, προσθέτοντας: «Δεν το κάνουμε αυτό μόνο επειδή εμπλέκεται το αρχοντικό σπίτι, αλλά και για τους 38 πολίτες μας που εμπλέκονται στην υπόθεση».

Από την πλευρά του, ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών της Τσεχίας, Μάρτιν Σμόλεκ, δήλωσε ότι η άποψη της χώρας του ήταν ότι η υπόθεση δεν πρέπει να εξεταστεί από τον ευρωπαϊκό θεσμό, επειδή το δικαστήριο του Στρασβούργου δεν ασχολήθηκε με ζητήματα που χρονολογούνται πριν από την κατάρτιση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. «Πιστεύουμε, επίσης, ότι είναι παράξενη η χρήση της συνθήκης για να τη χρησιμοποιήσουμε σε μια περίπτωση όπου υπάρχει μια πολύ περιορισμένη ομάδα ανθρώπων, τα δικαιώματα των οποίων φέρεται να παραβιάστηκαν», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Τσέχος υπουργός στους «F.T.». Τόσο αυτός όσο και η Εγκενμπέργκερ εξέφρασαν την ελπίδα ότι η υπόθεση δεν θα βλάψει τις σχέσεις τους, καθώς οι δύο χώρες ξεκίνησαν επίσημα διπλωματικούς δεσμούς το 2009.

Η υπόθεση, που κατατέθηκε από το Λιχτενστάιν την περασμένη Τετάρτη, είναι ουσιαστικά έφεση σε απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Τσεχικής Δημοκρατίας τον Φεβρουάριο. Το δικαστήριο αποφάνθηκε εναντίον του πριγκιπικού οίκου, σε μια υπόθεση που αμφισβητεί την ιδιοκτησία 600 εκταρίων δάσους κοντά στην Πράγα, η οποία παλαιότερα ανήκε στον οίκο του Λιχτενστάιν.

Η οικογένεια του Λιχτενστάιν ήταν μία από τις μεγάλες αριστοκρατικές δυναστείες υπό την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. Με την κατάρρευση της δυναστείας των Αψβούργων το 1918, δημιουργήθηκε μια σειρά νέων κρατών. Κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, οι Λιχτενστάιν μιλούσαν γερμανικά, έζησαν στη Βιέννη, είχαν το μεγαλύτερο μέρος της γης τους στο νέο κράτος της Τσεχοσλοβακίας και ήταν κυρίαρχοι μιας έκτασης 160 τετραγωνικών χιλιομέτρων – διεθνώς αναγνωρισμένη ως ανεξάρτητη χώρα. Μια απογραφή της Τσεχοσλοβακίας το 1930 έκρινε την οικογένεια «γερμανική» επειδή αυτή ήταν η γλώσσα που μιλούσαν.

Το πριγκιπάτο παρέμεινε ουδέτερο καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Η οικογένεια παραμένει σημαντικός ιδιοκτήτης γης σε πολλά άλλα μέρη της Κεντρικής Ευρώπης. Τα αμφισβητούμενα περιουσιακά στοιχεία που κατασχέθηκαν από την Πράγα, ωστόσο, παρέμειναν το «αγκάθι» της διαμάχης, κυρίως επειδή υπάρχει η υπόνοια για συνεργασία της οικογένειας με τους ναζί.




« Προηγουμενη
Επομενη »