Tελευταια Νεα

Τρίτη, Μαΐου 19, 2020

«Γιατί παππού δεν ξέρουμε εμείς να χορεύουμε Ποντιακά»... «Δεν είχαμε χρόνο για χορούς γιατί είχαμε πόλεμο»... Αυτή είναι η ιστορία μου...


Γράφει ο εκδότης του «Στόχου»
Σάββας Χατζηπαρασκευάς

Καγιά Κουνεγή... Στην ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΗ σήμερα Αμάσεια, στην Ορεινή Σαμψούντα... 1919... Μιά ολόκληρη οικογένεια μαζί με λίγες ακόμη, έχει αρνηθεί ΥΠΟΤΑΓΗ στον Σουλτάνο κι έχει ανέβει πιό ψηλά στο βουνό με τα όπλα της έτοιμα να μπουμπουνίζουν ανά πάσα στιγμή κι όταν οι φονιάδες του Οσμάν πλησίαζαν...

Το αντάρτικο και σε αυτό το βουνό του Πόντου κρατούσε καλά. Μεγάλο πρόβλημα ο ανεφοδιασμός, αφού η Μητέρα Πατρίδα δεν υπήρχε πουθενά. Τις νύχτες οι καταδρομικές ομάδες λεηλατώντας τουρκικούς στόχους επιχειρούσαν να κρατήσουν ζωντανούς τους ανθρώπους και τους πόθους τους για λευτεριά...




Στον Αγώνα ΟΛΟΙ ζωσμένοι. Άνδρες γυναίκες και παιδιά...

Μια από αυτές τις νύχτες μια ομάδα παιδιών από αυτό το μετερίζι της Ποντιακής Αντίστασης επιχειρεί άοπλη καταδρομική στον τούρκικο μύλο λίγο πιο κάτω στην κοιλάδα που οδηγούσε στις ακτές της Σαμψούντας.

Όμως σταθήκαν άτυχοι, αφού ο τούρκος μυλωνάς τους εντοπίζει και τούρκοι στρατιώτες της περιοχής ειδοποιημένοι, τους εγκλωβίζουν και τους αιχμαλωτίζουν μέσα στο μύλο... Παιδιά όλα 12 - 14 ετών... Το μέλλον τους πλέον προδιαγεγραμμένο.

Το νέο φτάνει γρήγορα στα γιατάκια του αντάρτικου από έναν πιτσιρικά που πρόλαβε να διαφύγει. Δεν χάνουν χρόνο. Μια ομάδα λίγο μεγαλύτερων, οπλισμένη αυτή τη φορά- οργανώνεται και σχεδιάζει άμεσα την επιχείρηση απελευθέρωσης. Χτυπάει πριν το ξημέρωμα με μανία τον τουρκικό μύλο, σκοτώνει τον τούρκο μυλωνά και τους τούρκους στρατιώτες που φύλαγαν την ομάδα των μικρών και τους απελευθερώνει.

Ανάμεσα στην πρώτη ομάδα των αιχμαλωτισμένων ο παππούς μου Γεώργιος Χατζηπαρασκευάς μετέπειτα στα βουνά της Ξάνθης και της Δράμας γνωστός ως "καπετάν Πάγκαλος" από τα πρωτοπαλήκαρα του θρυλικού Τσαούς Αντών, μαχόμενος κατά Βουλγάρων και συμμοριτών...

Ανάμεσα στην δεύτερη ομάδα των ένοπλων απελευθερωτών ο αδερφός του Σάββας Χατζηπαρασκευάς, το όνομα του οποίου έλαχε η μοίρα να τιμήσω, αφού μας άφησε την εποχή που γεννιόμουν...

Εκείνο το πρωϊ, με την επιστροφή τους στο αντάρτικο λημέρι, ο πατέρας τους, ο προπάππους μου, Χαράλαμπος Χατζηπαρασκευάς, αποφασίζει να τους "εξορίσει" στην Ελλάδα τους δυο αμούστακους γιους του, αφού προφανώς γνωρίζει ότι η κλιμάκωση που ερχόταν καθιστούσε αδύνατη την επιβίωση τους...

Τους οργανώνει και τους στέλνει στην Μητέρα Ελλάδα, πρόσφυγες, πολεμιστές ήδη, με την ελπίδα του γυρισμού και της νίκης να μην τους εγκαταλείπει ποτέ...

Λίγο καιρό αργότερα, σε μια άλλη γωνιά του Πόντου, στην ορεινή Πάφρα, μιά 10χρονη ποντιοπούλα, που είχε την τύχη να δεί καβαλάρης να περνάει από μπροστά της ο Κοτζά Αναστάς, είναι η μοναδική επιζήσασα μαζί με την 4χρονη αδελφούλα της από ολόκληρη την οικογένεια της.. Με την βοήθεια μιας μακρινής θείας της και μετά από απίστευτες και τραγικές καταστάσεις φτάνει στα Γαλλικά καράβια και διασώζεται από το τουρκικό λεπίδι και το παιδομάζωμα...

Όμως η μοίρα της επιφύλαξε μιά ακόμη τραγωδία, αφού στο Πειραιά της πήραν την 4χρονη αδερφούλα της από την αγκαλιά... Την Αγαθή... Μια αδερφούλα που δεν βρήκε ΠΟΤΕ μέχρι την μέρα πριν 30 χρόνια που έφυγε από κοντά μας... Αυτή ήταν η γιαγιά μου η Σοφία...




Αυτή που λίγο καιρό αργότερα από τον διωγμό τις σφαγές και την προσφυγιά, στην Μητέρα Ελλάδα, γνώρισε τον παππού μου... Κι όταν άρχισε η διανομή στους πρόσφυγες, ζήτησαν όχι σπίτια στην Αθήνα ή τον Πειραιά, αλλά να τους στείλουν κάπου «με βουνά και νερά» κι όσο γίνεται πιο κοντά στον τόπο τους, τον Πόντο. Τόσος ήταν ο πόθος και ο καημός της επιστροφής. Και έτσι έφτασαν στην Θράκη και την Ξάνθη... κι έτσι φύλαξαν κι εκεί όταν χρειάστηκε Θερμοπύλες...

Ο παππούς μου ξανανέβασε την οικογένεια του πιο ψηλά στο βουνό και βγήκε στο αντάρτικο, όταν του είπαν να απογραφεί ως βούλγαρος για να μπορέσει να θρέψει 7 στόματα τότε... στην Βουλγαρική ελέω Γερμανών κατοχή της Μακεδονίας και της Θράκης! Κάποιοι το έκαναν και τους γνωρίζω... Κάποιοι λύγισαν... Αλλά έτσι γινόταν πάντα... Δεν πολεμούσαν όλοι!

Θα ήμουν 12 - 13 ίσως και λίγο παραπάνω, αφού δεν μπορώ να θυμηθώ σε πιά από τις Πασχαλινές μας ομαδικές οικογενειακές εξορμήσεις στην Ξάνθη, στο χωριό μας, μια ανάσα από το χωρίο της σημερινής ΠτΔ, είχα ρωτήσει τον παππού μου... «Γιατί παππού δεν ξέρουμε εμείς να χορεύουμε Ποντιακά»... «Δεν είχαμε χρόνο για χορούς γιατί είχαμε πόλεμο» μου είπε... «Μα Πολεμικοί χοροί είναι παππού οι Ποντιακοί»... «Ναι αλλά είναι αναπαράσταση πασά μου...» μου απάντησε... «Εμείς πολεμούσαμε στ' αλήθεια»...








« Προηγουμενη
Επομενη »