Tελευταια Νεα

Τετάρτη, Νοεμβρίου 20, 2019

Η νόσος-δολοφόνος που σκοτώνει 3 εκατομμύρια ανθρώπους το χρόνο


Το κάπνισμα, ενεργητικό και παθητικό, καλύπτει περίπου το 90% της αιτιολογίας της Χρόνιας Αποφρακτικής Πνευμονοπάθειας, με την ατμοσφαιρική ρύπανση (οικιακοί, αστικοί και βιομηχανικοί ρύπου να επιδεινώνουν σημαντικά το πρόβλημα




H Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) αποτελεί μια σύγχρονη πανδημία, με 3 εκατομμύρια θανάτους ετησίως και προοπτική να αυξηθούν ακόμα περισσότερο τα επόμενα χρόνια.

Συγκεκριμένα, εκτιμάται ότι ενώ σήμερα αποτελεί την τέταρτη κατά σειρά αιτία θανάτου παγκοσμίως, το έτος 2020 θα έχει ανέβει στην τρίτη θέση. Εκτός της σημαντικής θνητότητας, η νοσηρότητα που προκαλεί, επιφέρει τόσο σημαντική επιβάρυνση στο ασφαλιστικό σύστημα, ώστε το κόστος της, άμεσο και έμμεσο, να θεωρείται ότι μπορεί να οδηγήσει σε χρεωκοπία ακόμα και τα πιο εύρωστα και οργανωμένα συστήματα υγείας. Για τους λόγους αυτούς, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας κατέταξε τη ΧΑΠ στις πέντε πιο επικίνδυνες ασθένειες της νέας χιλιετίας, συντονίζοντας προσπάθειες για την αντιμετώπισή της.

Αιτία

Η αιτία της ΧΑΠ είναι εν πολλοίς γνωστή: το κάπνισμα, ενεργητικό και παθητικό, καλύπτει περίπου το 90% της αιτιολογίας της νόσου. Παρόλα αυτά, ρύποι οικιακοί (τζάκια, ξυλόσομπες), αστικοί (καυσαέρια, καύση ξύλου ή άλλων υλικών για θέρμανση), ή βιομηχανικοί (καπνοί, σκόνες, αναθυμιάσεις) επιδεινώνουν το πρόβλημα. «Η ατμοσφαιρική ρύπανση είναι το νέο κάπνισμα» όπως προειδοποίησε πρόσφατα ο πρόεδρος του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, Δρ. Tedros Adhanom Ghebreyesus.

Συμπτώματα

Τι όμως είναι η ΧΑΠ; Σύμφωνα με τον ορισμό, η Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) είναι χρόνια νόσος, που χαρακτηρίζεται από φλεγμονή και μόνιμη στένωση των αεραγωγών (βρόγχων) καθώς και μόνιμη βλάβη του πνευμονικού ιστού. Τα κυριότερα συμπτώματά της είναι δύσπνοια, αρχικά στην άσκηση και σε προχωρημένα στάδια ακόμα και σε ηρεμία, χρόνιος βήχας, χρόνια απόχρεμψη και συριγμός. Η νόσος είναι ετερογενής, εμφανίζει δηλαδή ποικιλομορφία, η οποία τα τελευταία χρόνια βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής των ερευνητών, καθώς η ανάγκη της εξατομίκευσης της θεραπείας είναι μεγάλη. Η ΧΑΠ χαρακτηρίζεται από προοδευτική επιδείνωση, ιδίως στους ασθενείς που συνεχίζουν να καπνίζουν, οδηγώντας τους τελικά σε αναπνευστική ανεπάρκεια, περιορισμό στο σπίτι και αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης, καταστρέφοντας πρόωρα και με τη σειρά, την επαγγελματική, κοινωνική, προσωπική και οικογενειακή ζωή του ασθενούς.

Πέρα από τα σταθερά, καθημερινά συμπτώματα της νόσου, οι ασθενείς με ΧΑΠ εμφανίζουν περιόδους επιδείνωσης, παρόξυνσης όπως ονομάζεται, οι οποίες συχνά απαιτούν την εισαγωγή τους στο νοσοκομείο. Οι παροξύνσεις, σύμφωνα με μια πρόσφατη στατιστική της Ευρωπαϊκής Πνευμονολογικής Εταιρείας (ERS COPD Audit Project), έχουν καταστροφική επίδραση τόσο στην πορεία της νόσου επιταχύνοντας την επιδείνωσή της, όσο και στις δαπάνες υγείας. Πιο συγκεκριμένα, το 30% των ασθενών που εισάγονται στο νοσοκομείο λόγω παρόξυνσης, επανεισάγονται εντός τριμήνου, ενώ το 7% των ασθενών που νοσηλεύεται λόγω παρόξυνσης, πρόκειται να πεθάνει εντός 90 ημερών από την εισαγωγή του. Για το λόγο αυτό, η μείωση των παροξύνσεων αποτελεί σήμερα πρωτεύοντα θεραπευτικό στόχο.

Παρά τη θορυβώδη της εικόνα στα προχωρημένα στάδια, η ΧΑΠ δικαίως αποκαλείται «σιωπηλός δολοφόνος», καθώς ξεκινά την ύπουλη δράση της στα νεαρά χρόνια κάθε καπνιστή. Πρώιμες αλλοιώσεις ΧΑΠ έχουν διαπιστωθεί σε βιοψίες πνευμόνων νεαρών ατόμων, με ιστορικό καπνίσματος λίγων μόνο χρόνων, που έχασαν τη ζωή τους από άλλη αιτία (π.χ. τροχαία ατυχήματα). Είναι μία ασθένεια που μεγαλώνει μαζί μας, μπερδεύοντας τον καπνιστή στο να θεωρεί τα συμπτώματά της «φυσιολογικά» και αναμενόμενα. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει φυσιολογικός βήχας του καπνιστή: Ο λεγόμενος τσιγαρόβηχας είναι το συνηθέστερο πρώτο σύμπτωμα της ΧΑΠ και για το λόγο αυτό πρέπει να αναζητάται πάντα στο ιστορικό του ασθενούς, ώστε να επισημαίνεται έγκαιρα ο κίνδυνος. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας, οι μισοί ασθενείς με ΧΑΠ δεν το γνωρίζουν και από αυτούς που το γνωρίζουν οι μισοί συνεχίζουν να καπνίζουν. Πιο συγκεκριμένα, από τους 600.000 περίπου Έλληνες που υπολογίζεται ότι πάσχουν από ΧΑΠ, μόνο οι 250.000 είναι επίσημα διαγνωσμένοι.

Διάγνωση

Η διάγνωση της ΧΑΠ είναι κλινική, ενώ στην πρώιμη ανίχνευσή της βοηθά μια απλή, ανώδυνη και φθηνή εξέταση, η σπιρομέτρηση. Η εξέταση αυτή πραγματοποιείται σε όλα τα πνευμονολογικά ιατρεία, ιδιωτικά και δημόσια, και θα πρέπει να περιλαμβάνεται στον προληπτικό έλεγχο όλων των καπνιστών ηλικίας 35 ετών και άνω, ή όσων έχουν ήδη καπνίσει ποσότητα καπνού ισοδύναμη με 20 τσιγάρα ημερησίως για 10 συνολικά χρόνια.

Θεραπεία

Η θεραπεία της ΧΑΠ κλιμακώνεται αναλόγως της βαρύτητας της νόσου και εξατομικεύεται με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ασθενή. Περιλαμβάνει την υποβοήθηση διακοπής του καπνίσματος, τη χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής, κατά κύριο λόγο μέσω συσκευών εισπνοής, τον εμβολιασμό για γρίπη και πνευμονιόκοκκο και τα προγράμματα άσκησης και αποκατάστασης.

Στόχος της πνευμονολογικής κοινότητας είναι η όσο το δυνατόν πιο έγκαιρη πρόσβαση των ασθενών στη διάγνωση και τη θεραπεία. Μόνο έτσι μπορούν οι ζοφερές προοπτικές της καταστροφικής αυτής ασθένειας να αποφευχθούν. Ή όπως πολύ εύστοχα αναφέρει το σύνθημα της παγκόσμιας εκστρατείας για φέτος, ποτέ δεν είναι πολύ νωρίς να ασχοληθούμε με την υγεία του αναπνευστικού, για να μην είναι ποτέ πολύ αργά!

*Η Δρ. Παναγιώτα Καρύδη είναι Διευθύντρια Β΄ Πνευμονολογικής Κλινικής Μetropolitan General




« Προηγουμενη
Επομενη »