Tελευταια Νεα

Πέμπτη, Ιουλίου 18, 2019

Σε οριακό σημείο διολισθαίνουν οι σχέσεις Κύπρου-Ρωσίας


Οι σχέσεις Κύπρου-Ρωσίας έχουν κρίσιμη στρατηγική σημασία και για τις δύο χώρες, όπως, εμμέσως πλην σαφώς, και για την Ελλάδα. Για τη Ρωσία, διότι η κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, του κυπριακού κράτους, η μετατροπή του σε αποικία και ο σταδιακός αφελληνισμός του νησιού, θα σήμαινε μια γιγαντιαία μετατροπή του συσχετισμού δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο εις βάρος ζωτικών ρωσικών συμφερόντων.

Αυτό ισχύει ανεξαρτήτως του ποιος κυβερνά το κυπριακό κράτος και αν ακολουθεί φιλορωσική, φιλοαμερικανική ή …φιλομεξικανική πολιτική. Διότι μία α’ ή β’ πολιτική μπορεί σήμερα να είναι έτσι κι αύριο να είναι αλλιώς, αλλά η ύπαρξη κρατών και εθνών είναι πολύ μονιμότερο στοιχείο της διεθνούς κατάστασης. Όποιος ελέγχει το Γιβραλτάρ, τη Μάλτα, την Κρήτη και την Κύπρο βασιλεύει στον κόσμο, εξήγησε κάποτε ο Χένρι Κίσσινγκερ, προσπαθώντας να εξηγήσει-δικαιολογήσει τον ρόλο του στην οργάνωση του πραξικοπήματος και της εισβολής του 1974.


Αλλά και για την επιβίωση της Κύπρου, όπως μαρτυρά όλη η ιστορία της, έχει ζωτική σημασία η διατήρηση καλών σχέσεων με τη Ρωσία, ανεξαρτήτως της κριτικής που θέλει ενδεχομένως να ασκήσει κάποιος στην μία ή την άλλη πλευρά της πολιτικής της. Μόνο από τις «σοσιαλιστικές χώρες» είχαμε συμπαράσταση στον εθνικοαπελευθερωτικό μας αγώνα, γράφει ο δεξιών φρονημάτων στρατιωτικός ηγέτης της ΕΟΚΑ Γρίβας στα Απομνημονεύματά του.

Μόνο η Ρωσία και ο Νάσερ εφοδίασαν την Κύπρο με κρίσιμο οπλισμό όταν το ζήτησε και πριν και μετά το 1974. Σύμφωνα με μαρτυρία του Βάσου Λυσσαρίδη προς τον γράφοντα, ο Νικήτα Χρουστσώφ ματαίωσε την απειλούμενη τουρκική εισβολή του 1964. Ο Λυσσαρίδης είχε επισκεφθεί τότε τη Σοβιετική Ένωση ως απεσταλμένος του Μακαρίου. Ήταν, λοιπόν, η ρωσική, κινεζική και γαλλική διπλωματία που συμπαραστάθηκε στην Κύπρο επί δεκαετίες στον ΟΗΕ εναντίον των Αγγλοαμερικανών, οι οποίοι υποστήριζαν την Τουρκία και πίεζαν την Κύπρο. Επιπροσθέτως, τα ρωσικά κεφάλαια απετέλεσαν και αποτελούν σπουδαίο παράγοντα για την κυπριακή οικονομία.

Όπως προαναφέραμε, όλα αυτά δεν αφορούν μόνο την Κύπρο, αφορούν πολλαπλώς και την Ελλάδα και αλληλεπιδρούν ασφαλώς και με τις ελληνορωσικές σχέσεις. Πέρυσι, ξέσπασε το γελοίο μεν, εξαιρετικά επικίνδυνο δε “θρίλερ” των “Ρώσων κατασκόπων” που δήθεν οργάνωναν συλλαλητήρια για το Μακεδονικό, το οποίο κάποια στιγμή είχε την πρόνοια να διακόψει ο ίδιος ο κ. Τσίπρας. Τότε, λοιπόν, από τη σήμερα κυβερνώσα ΝΔ τόνιζαν ορθώς ότι χρειαζόμαστε, ως Ελληνισμός, τις καλές σχέσεις με τη Μόσχα ως αντιστάθμισμα σε τυχόν πιέσεις από την άλλη πλευρά.

Ευρύτερα, πρέπει πάντα να μη φεύγει από το μυαλό των Ελλήνων ιθυνόντων ότι η επιβίωση του κυπριακού κράτους είναι όρος για την ασφάλεια και επιβίωση του ελληνικού. Αν χαθεί η Κύπρος, θα χαθεί και η Ελλάδα, τόνιζε στη Βουλή τον Μάρτιο του 1987 ο Έλληνας Πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου, εξαγγέλλοντας το casus belli, προσδιορίζοντας δηλαδή ως αιτία πολέμου τυχόν τουρκική προέλαση στο έδαφος πέραν της πράσινης γραμμής.




Η εμπιστοσύνη δύσκολα χτίζεται και εύκολα καταστρέφεται

Η επιβίωση, όμως, ενός διαρκώς απειλούμενου στην ιστορία του κράτους, όπως η Κύπρος, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, περιλαμβανομένης της διπλωματικής ισχύος, των διεθνών σχέσεων, δηλαδή, που διατηρεί μια χώρα ή ένα έθνος. Κι αυτό είναι μια πραγματικότητα που η ίδια η κυπριακή ιστορία επιβεβαιώνει με τον πιο κραυγαλέο τρόπο.

Οι παραδοσιακά εξαιρετικά καλές σχέσεις –ακόμα και στο αποκορύφωμα του Ψυχρού Πολέμου– και της Κύπρου και της Ελλάδας με τη Ρωσία έχουν αρχίσει και πλήττονται από μια αλυσίδα γεγονότων τα τελευταία χρόνια. Μετά το πάγωμα των ενεργειακών και στρατιωτικών σχέσεων με τη Ρωσία που είχε συνάψει η κυβέρνηση της ΝΔ στη δεκαετία του 2000, είχαμε πέρυσι τη χωρίς προηγούμενο διπλωματική ψυχρότητα μεταξύ Αθήνας-Μόσχας και τη σύγκρουση του Οικουμενικού Πατριαρχείου με το Πατριαρχείο Μόσχας για το ζήτημα της ουκρανικής Εκκλησίας. Δεν επιθυμούμε να υπεισέλθουμε εδώ στην ουσία της εκκλησιαστικής διαφοράς. Καλό, όμως, είναι να θυμόμαστε ότι για τη Ρωσία η Ουκρανία έχει την ίδια σημασία που έχει το Αιγαίο για την Ελλάδα.

Τις ελληνορωσικές και κυπρορωσικές σχέσεις έως τώρα τις προστατεύει παρόλα αυτά, σε ένα βαθμό, η αδράνεια του παρελθόντος. Τις προστατεύει η συνείδηση της Ρωσίας ότι δεν πρέπει να βάλει όλα τα αυγά της στο αμφίβολο τουρκικό καλάθι, όπως επίσης η θέση της Ελλάδας, ως συμβόλου, στην ιδεολογία της μετακομμουνιστικής ρωσικής ηγεσίας.

Τις προστατεύει και το γεγονός ότι οι Έλληνες πολιτικοί, παρά τον έντονο –για να το πούμε κομψά– φιλοαμερικανισμό που διακρίνει αρκετούς, έχουν κάπου-κάπου συνείδηση της σημασίας των ελληνορωσικών και κυπρορωσικών σχέσεων. Γι’ αυτό και φοβούνται ενστικτωδώς να προβούν σε ενέργειες που θα τις επιδεινώσουν. Για την Ελλάδα και την Κύπρο, η διατήρηση ανοικτών και αδιαμεσολάβητων καναλιών ειλικρινούς επικοινωνίας με τη Μόσχα, αλλά και με την ίδια την Άγκυρα, είναι όρος εθνικής ασφάλειας.

Συμφέρον να δημιουργηθεί άβυσσος

‘Όλες οι σχέσεις, όμως, πρέπει να τροφοδοτούνται αμοιβαίως και όχι μόνο με λόγια. Δεν μπορούν να αφήνονται να δηλητηριάζονται επί χρόνια χωρίς συνέπειες. Στη Μόσχα εξάλλου, όπου δεν υπάρχει ασφαλώς κανένα άξιο λόγου ελληνικό ή κυπριακό λόμπυ, υπάρχει ισχυρό τουρκικό λόμπυ. Και ίσως η Τουρκία δεν είναι η ισχυρότερη και πιο επικίνδυνη δύναμη που έχει στρατηγικό συμφέρον να δημιουργήσει μια άβυσσο μεταξύ του ελληνικού και του ρωσικού πόλου στον “ορθόδοξο κόσμο”.

Χρησιμοποιούμε αυτή την ορολογία, όχι γιατί εμείς αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο σε όρους πολιτιστικών και θρησκευτικών αντιπαραθέσεων, αλλά γιατί έτσι τον αντιλαμβάνονται μερικοί από τους πιο σημαντικούς θεωρητικούς του παγκόσμιου κατεστημένου, όπως ο Σάμιουελ Χάντινγκτον. Ο εισηγητής του “πολέμου των πολιτισμών” δεν αφήνει αμφιβολίες ότι θεωρεί τον ορθόδοξο κόσμο (Έλληνες και Σλάβοι) αντίπαλο.

Οι ιδέες του Χάντινγκτον και της σχολής του δεν είναι ακριβώς ακαδημαϊκή άσκηση. Είναι μια από τις κύριες πηγές έμπνευσης της στρατηγικής των Νεοσυντηρητικών στις ΗΠΑ, που οδήγησε ήδη σε μια αλυσίδα καταστροφικών πολέμων και προσφυγικών κυμάτων στη Μέση Ανατολή και κινδυνεύει να προκαλέσει ακόμα μεγαλύτερους στο μέλλον.

Σε ιστορικό χαμηλό οι κυπρορωσικές σχέσεις

Είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού ότι η Κυπριακή Δημοκρατία ταυτίζεται όλο και περισσότερο στις επιλογές της με τον άξονα ΗΠΑ-Ισραήλ, κατά τρόπο που δεν συνέβη ποτέ όσο υπάρχει αυτό το κράτος. Η ρωσική κυβέρνηση διαμαρτυρήθηκε επίσημα, γιατί η κεντρική Τράπεζα της Κύπρου έχει θέσει «υπό διωγμόν» Ρώσους κεφαλαιούχους, υπακούοντας στις εντολές της Ουάσιγκτον.

Η Λευκωσία όχι μόνο αρνείται τον ελλιμενισμό των ρωσικών πλοίων, αλλά και επιστρέφει σταδιακά τα ρωσικά όπλα που έχει αγοράσει στη Ρωσία, κάτι που ασφαλώς αποτελεί παγκόσμιο ρεκόρ. Εξ όσων γνωρίζουμε κανένα άλλο κράτος στον κόσμο δεν έχει κάνει κάτι παρόμοιο, δεν έχει αυτοαφοπλισθεί, παρότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι ημικατεχόμενη και απειλούμενη.

Τέτοιες ενέργειες δεν αυξάνουν ασφαλώς το κύρος της Λευκωσίας στην Ουάσιγκτον, μάλλον το συρρικνώνουν. Κι αν τυχόν αύριο τα φτιάξουν οι Αμερικανοί με τους Τούρκους, είναι προφανές ότι ο λογαριασμός κατά πάσα πιθανότητα θα σταλεί στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Άλλωστε, ο ίδιος ο Ερντογάν δήλωσε ότι οι Αμερικανοί του είπαν μόνο να μην πειράξει τις δικές τους γεωτρήσεις.

Η Λευκωσία και η Αθήνα έχουν κάνει τις επιλογές τους, όπως τις κάνει και η Άγκυρα. Θα κριθούν εκ του τελικού αποτελέσματος. Διερωτάται, όμως, κανείς αν –και μέσα στο πλαίσιο αυτών των επιλογών– δεν υπάρχει ένας πιο λογικός και ισορροπημένος τρόπος άσκησης πολιτικής. Ενώ τα κάνει αυτά η Λευκωσία, τρέχει παράλληλα στη Μόσχα να της ζητήσει βοήθεια, ώστε οι Αγγλοαμερικανοί να μην αλλάξουν τους όρους της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ (UNFICYP) που εδρεύει στην Κύπρο! Με δυο λόγια, βρισκόμαστε στην κατάσταση που ο λαός περιγράφει με την παροιμία «αλλού τρως και πίνεις, αλλού πας και το δίνεις».

Αυξάνει ο πειρασμός της Μόσχας

Αυτά έγιναν και στο παρελθόν. Σε άλλες διεθνείς συνθήκες θα είχαν ίσως περιορισμένη σημασία, αν και ουδέποτε στην πρόσφατη κυπριακή και ελληνική ιστορία δεν είχαμε τόσο κακές –επί της ουσίας– σχέσεις με τη Ρωσία. Σήμερα, όμως, επιπλέον, η ρωσοτουρκική προσέγγιση προσφέρει στο Κρεμλίνο την πιθανή ευκαιρία ενός τουλάχιστον περιφερειακού στρατηγικού θριάμβου.

Αυξάνει έτσι οπωσδήποτε τον πειρασμό στη Μόσχα να υποστηρίξει περισσότερο από ότι στο παρελθόν την Τουρκία, πόσο μάλλον αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι απλώς την “δουλεύουν ψιλό γαζί” Λευκωσία και Αθήνα. Και προσφέρει πολύτιμα επιχειρήματα σε όσους στο Κρεμλίνο και στο ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών επιδιώκουν μια τέτοια στροφή της ρωσικής πολιτικής.

O κίνδυνος που εμφανίζεται με όλα αυτά είναι να χάσουμε ταυτόχρονα από όλες τις πλευρές. Κι αυτό τη στιγμή που ο Ερντογάν υπερασπίζεται σθεναρά τα εθνικά συμφέροντα της χώρας του, όπως εκείνος τα αντιλαμβάνεται, και προς ώρας τουλάχιστον κερδίζει. Οι μεν δυτικοί δηλαδή να μην μας κάνουν καμία παραχώρηση, εκτιμώντας ότι είμαστε ούτως ή άλλως δεδομένοι, οι δε Ρώσοι να μας θεωρήσουν στο τέλος όργανο εχθρικών τους δυνάμεων.

Εν πάση περιπτώσει, η “κλωστή” που συνδέει Λευκωσία και Μόσχα υπάρχει ακόμα, αλλά έχει αδυνατίσει πάρα πολύ και κινδυνεύει να σπάσει. Ας το λάβουν υπόψη τους, οι κ.κ. Αναστασιάδης, Μητσοτάκης και το σύνολο της κυπριακής και ελλαδικής πολιτικής ηγεσίας, προτού είναι πολύ αργά. Είναι ευκολότερο να προλαμβάνεις, παρά να θεραπεύεις.

ΥΓ. Είχε γραφτεί αυτό το άρθρο όταν πληροφορηθήκαμε τις δηλώσεις ενός Ρώσου υφυπουργού στην εφημερίδα “Ιζβέστια” που εξέφρασε τη διαφωνία του με τις κυρώσεις της ΕΕ προς την Τουρκία, χωρίς και να υποστηρίξει τις τουρκικές γεωτρήσεις. Φοβούμεθα ότι δεν είναι παρά ένα ακόμα σήμα που επιβεβαιώνει τα όσα γράψαμε παραπάνω.




« Προηγουμενη
Επομενη »