Την 7η Απριλίου 1944, λίγους μόλις μήνες προ της απελευθερώσεως της πόλεως των Αθηνών από τους Γερμανούς, οι ορδές των σοβιετικών εγκλη...
Την 7η Απριλίου 1944, λίγους μόλις μήνες προ της απελευθερώσεως της πόλεως των Αθηνών από τους Γερμανούς, οι ορδές των σοβιετικών εγκληματιών του ΕΑΜ ΕΛΑΣ, επιδίδονται στην εκκαθάριση των ιδεολογικών τους αντιπάλων, προκειμένου να καταστούν κύριοι της απελευθερωμένης Ελλάδος. Το σοβιετικό τους ιδεώδες όμως, συναντά σθεναρή αντίσταση από τους Έλληνες Εθνικιστές, τον Εθνικό μας Στρατό και τους άνδρες της Χωροφυλακής!
Οι αντάρτες έδρασαν βάσει του, εκ των προτέρων μελετημένου, σχεδίου ως εξής: 15 εξ αυτών, διερχόμενοι από το χωριό Γραμματικό τα μεσάνυχτα, και με την απειλή των όπλων υποχρέωσαν τον Ιωάννη Σπύρου, οδηγό του υπ΄αριθ. 5Χ φορτηγού, να τους μεταφέρει στον Μαραθώνα. Πριν την κωμόπολη, στάθμευσαν το αυτοκίνητο και παρέμειναν 3 αντάρτες να το φρουρούν, και οι υπόλοιποι κατευθύνθηκαν προς την Αστυνομία. Στην κωμόπολη είχαν στο μεταξύ καταφθάσει άλλοι 35 αντάρτες. Τριάντα λεπτά μετά τα μεσάνυχτα, αυτοί αιχμαλώτισαν έξω από τον Αστυνομικό Σταθμό τους χωροφύλακες Ζούμπερη Παύλο και Μπρίνια Ιωάννη, οι οποίοι τελούσαν υπηρεσία περιπολίας τις ώρες 9-1. Ακολούθως, περικύκλωσαν τον Αστυνομικό Σταθμό και υποχρέωσαν τους αιχμάλωτους χωροφύλακες να φωνάζουν στους συναδέλφους τους να τους ανοίξουν την πόρτα, πράγμα το οποίο και έγινε. Οι στρατωνοφύλακες χωροφύλακες Μέντζος Κωνσταντίνος και Κμπιώτης Ευάγγελος, αναγνώρισαν τις φωνές των συναδέλφων του και προφανώς νομίζοντας ότι επέστρεφαν από την βραδινής τους περιπολία για να κοιμηθούν, άνοιξαν την πόρτα του Σταθμού χωρίς να λάβουν μέτρα προφύλαξης.
Κατόπιν, οι αντάρτες αφού συγκέντρωσαν όλη την δύναμη του Σταθμού Χωροφυλακής, την επιβίβασαν στο φορτηγό, καθώς επίσης και όλο το υλικό του Σταθμού, τα δημόσια και ιδιωτικά πράγματα των ανδρών, εκτός από τα κρεβάτια. Στο φορτηγό επιβιβάστηκαν 10-12 αντάρτες ως συνοδοί, και αναχώρησαν με κατεύθυνση το χωριό Γραμματικό. Οι άλλοι αντάρτες παρέμειναν εντός της κωμόπολης και έβαλαν φωτιά στο αρχείο του Σταθμού. Η φωτιά επεκτάθηκε και στο κτίριο αλλά την κατέσβησαν οι περίοικοι, μόλις αναχώρησαν οι αντάρτες. Το φορτηγό, μόλις έφτασε στην άκρη του Γραμματικού, στάθμευσε και αποβιβάστηκαν οι άνδρες της Χωροφυλακής και οι αντάρτες, ενώ έγινε και εκφόρτωση του κλεμμένου υλικού από τον Σταθμό. Το υλικό αυτό φορτώθηκε σε ζώα που είχαν αφαιρέσει από τους κατόχους τους οι αντάρτες.
Η δύναμη της Χωροφυλακής, με την συνοδεία των ανταρτών, οδηγήθηκε σε αγροτική καλύβα απέχουσα μια ώρα από το Γραμματικό και βορείως αυτού. Μέσα στην καλύβα παρέμειναν έγκλειστοι μέχρι την ανατολή του ηλίου της 7ης Απριλίου 1944. Στην διάρκεια της νύχτας, ο στρατιωτικός καθοδηγητής των ανταρτών, ο αποκαλούμενος «καπετάν Αράπης», καθώς και ο πολιτικός τους καθοδηγητής, άτομα εντελώς άγνωστα στους αιχμαλωτισθέντες άνδρες της Χωροφυλακής, ζήτησαν πληροφορίες από τους αιχμαλώτους σχετικά με τον χρόνο υπηρεσίας τους στην Χωροφυλακή, των υπηρεσιών που είχαν εκτελέσει μέχρι τότε, των οικογενειακών τους υποχρεώσεων, τους εξύβρισαν μάλιστα γιατί, παρά την ραδιοφωνική πρόσκληση του Καϊρου περί αυτοδιαλύσεως των Σωμάτων Ασφαλείας μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου 1943, οι εν λόγω Χωροφύλακες εξακολουθούσαν να υπηρετούν στην Χωροφυλακή. Τους προέτρεψαν να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους οικειοθελώς και να δράσουν μαζί τους στα βουνά, ως αντάρτες. Στην πρόσκληση αυτή όλοι ανεξαιρέτως οι αιχμαλωτισμένοι Χωροφύλακες σιώπησαν.
Μετά το πέρας της συσκέψεως, μπήκε στην καλύβα ο «καπετάν Αράπης» και πήρε αδιακρίτως τους Χωροφύλακες Ζούμπερη Παύλο και Μπρίνια Ιωάννη, τους οποίους οδήγησε σε θαμνώδη περιοχή, πενήντα μέτρα βορείως της καλύβας. Μετά από λίγο επέστρεψε και πήρε τους Χωροφύλακες Βαλαή Βασίλειο, Βουτσαδάκη Κωνσταντίνο και Μέντζο Κωνσταντίνο, δακτυλοδείχνοντάς τους και λέγοντας «έλα εδώ, εσύ, εσύ».
Καθώς έβγαινε από την καλύβα μαζί με τους ως άνω τρεις Χωροφύλακες, πήρε και τον Χωροφύλακα Καμπιώτη Ευάγγελο, ο οποίος επέστρεφε στην καλύβα από την σωματική του ανάγκη. Τους τέσσερις αυτούς Χωροφύλακες τους οδήγησε στο ίδιο σημείο, όπου είχαν οδηγήσει και οι δυο πρώτοι.
Οι έξι Χωροφύλακες εκτελέσθηκαν αγρίως από τον «καπετάν Αράπη» και τους συντρόφους του, με πλήγματα από μαχαίρι στην καρδιά και την καρωτίδα.
Οι εντός της καλύβας παραμένοντες Χωροφύλακες δεν υποπτεύθηκαν την σφαγή των απόντων συναδέλφων τους, γιατί κατά το διάστημα της εκτέλεσης οι φρουρούντες κομμουνιστές έψαλλαν τον ύμνο της Γ’ Διεθνούς για να καλύπτουν τις κραυγές των σφαζόμενων Χωροφυλάκων. Μετά την εκτέλεση, ο «καπετάν Αράπης» επέστρεψε στην καλύβα και πήρε τον ανθυπασπιστή, τον ενωμοτάρχη και τους υπόλοιπους πέντε Χωροφύλακες και τους οδήγησε στο σημείο της σφαγής.
Εκείνη την στιγμή επενέβη ο ανθυπασπιστής Σκαρμούτσος Κωνσταντίνος, ο οποίος -με παραδειγματική ψυχραιμία και αυτοθυσία- έμεμψε τους αντάρτες για την συμπεριφορά τους και τους προέτρεψε να εκτελέσουν τον ίδιο και να αφήσουν τους οπλίτες. Πριν την επέμβαση του ανθυπασπιστή, είχαν προηγηθεί σκηνές φρίκης και τρόμου από τους μελλοθάνατους οπλίτες, οι οποίοι εκλιπαρούσαν, για την ζωή τους, τα υπάνθρωπα όντα. Πράγματι, οι αντάρτες μετανόησαν και δεν προέβησαν στην εκτέλεση τους, και τους οδήγησαν πίσω στην καλύβα. Επιστρέφοντας, οι αντάρτες πήραν τις στολές των σφαγιασθέντων Χωροφυλάκων και τις μοιράστηκαν μεταξύ τους.
Στις οκτώ το βράδυ της 7ης Απριλίου 1944, επέστρεψε από το Γραμματικό ο «καπετάν Αράπης» στην καλύβα. Μεθυσμένος καθώς ήταν, τσακώθηκε με τον πολιτικό καθοδηγητή και να ξεσπάσει στους επιζώντες άνδρες της Χωροφυλακής, τους οποίους επιχείρησε να σκοτώσει με αυτόματο όπλο. Απετράπη όμως από τους παρευρισκομένους αντάρτες και με διαταγή του πολιτικού καθοδηγητή, τον αφόπλισαν τελείως. Στις 02.00 η ώρα της 8ης Απριλίου 1944 οι επιζήσαντες άνδρες της Χωροφυλακής αφέθησαν ελεύθεροι, αφού τους υπεδείχθη ο δρόμος της επιστροφής και με προτροπή των ανταρτών να μην επανέλθουν στις τάξεις της Χωροφυλακής. Οι επιζήσαντες επέστρεψαν στον Μαραθώνα τις πρωινές ώρες της 8ης Απριλίου.
Δεν υπάρχουν σχόλια
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.