stoxos News

22/7/17

ΑΠΟΜΟΝΩΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΚΤΗΜΑ ΤΟΥ ΣΤΟ ΛΑΓΟΝΗΣΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΙΝΟΥΣΗΣ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΟΤΕ ΠΟΥ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΠΑΡΕΝΕΒΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΣΩΣΕ ΤΗ ΖΩΗ...








Από τη
ΤΕΡΙΑΝΝΑ ΠΑΠΠΑ





Συνθέτης, ερμηνευτής και οργανοπαίκτης με σπουδαίες επιτυχίες στο ενεργητικό του, που τραγουδήσαμε και τραγουδάμε ακόμα, ο Γιώργος Κοινούσης ανοίγει την καρδιά του στην «Espresso».

Ο τραγουδιστής αποκαλύπτει γιατί στο απόγειο της καριέρας του τόλμησε να αφήσει τη δόξα και τα πλούτη και να ζήσει απομονωμένος στο κτήμα του στο Λαγονήσι, αλλά και πώς η Παναγία του έσωσε, πριν από χρόνια, τη ζωή!


Τι θυμάστε από τα παιδικά σας χρόνια;
Γεννήθηκα στο Βροντάδο της Χίου. Σε ηλικία 5 χρόνων ήρθα στην Αθήνα με τους γονείς μου, τον Κωνσταντίνο και τη Μαρία. Θυμάμαι ότι το καΐκι που μας μετέφερε έπεσε σε μεγάλη θαλασσοταραχή και κοντέψαμε να πνιγούμε, από θαύμα σωθήκαμε! Μείναμε στο Χατζηκυριάκειο, σε μια μάντρα με τέσσερα δωμάτια. Ο πατέρας μου έγραφε τα γεγονότα της εποχής σε στίχους. Εν έτει 1947 βγάζαμε βιβλιαράκια και τα πουλούσαμε στις γειτονιές.


Τι θυμάστε έντονα από εκείνα τα χρόνια;
Για να μπει φασολάδα στο σπίτι, δουλεύαμε και τα αγόρια. Γινόμασταν παραγιοί, δηλαδή πηγαίναμε δίπλα σε τεχνίτες γιατί δεν υπήρχαν σχολές, και μαθαίναμε την τέχνη. Εγώ εκείνη την εποχή, για να βοηθήσω τον πατέρα μου, πούλαγα τσιγάρα, ήμουν λουστράκος και πολλά άλλα. Δεν είχαμε κόμπλεξ, ούτε στενοχωριόμασταν για τις δουλειές που κάναμε. Το παίρναμε στην πλάκα. Ο πατέρας μου ήθελε να γίνω μουσικός, ενώ εγώ ποδοσφαιριστής. Τελικά πέρασε του πατέρα μου.


Ποια ήταν τα πρώτα σας ερεθίσματα στη μουσική;
Οι στίχοι που έγραφε ο πατέρας μου και το γραμμόφωνο που αγόρασε κάποια στιγμή. Με αυτό παρέα βγάζαμε δίσκο και μαζεύαμε χρήματα. Το καλύτερο μέρος ήταν μια ταβέρνα στον Πειραιά, όπου σύχναζαν κάποιοι γλεντζέδες από τη Μύκονο. Αργότερα, με την εμφάνιση του πικάπ, δεν ξαναβγήκαμε στη γύρα κι έκανα άλλες δουλειές για να βιοπορίζομαι. Παράλληλα ο πατέρας μου, που είχε απωθημένο με τη μουσική, με πήγε σε έναν τυφλό Μυκονιάτη δάσκαλο μουσικό, ονόματι Τάσο Πολυκανδριώτη. Δίπλα του άρχισα να μαθαίνω κιθάρα, με πολύ γρήγορους ρυθμούς, κι αυτός, θυμάμαι, με αποκαλούσε το παιδί-θαύμα!


Πότε βγάλατε το πρώτο μεροκάματό σας ως μουσικός;
Σε ηλικία δέκα χρόνων, παίζοντας ακομπανιαμέντα στην κιθάρα με ένα συγκρότημα πίσω από τον κινηματογράφο Σπλέντιτ στο Πασαλιμάνι. Υστερα έμαθα να παίζω και ακορντεόν. Το πρώτο πάλκο στο οποίο ανέβηκα ήταν στου Παπαδημητρόπουλου στο Πέραμα. Στη συνέχεια, μέσω ενός μπουζουξή, του Μπατάγια, βρέθηκα με τον Μπιθικώτση στη Φωλιά της Κοκκινιάς. Κάποια στιγμή οι δυο τους τσακώθηκαν και ο Μπατάγιας έφυγε, αλλά εγώ παρέμεινα δίπλα στον Γρηγόρη.








Τι κάνατε με τα πρώτα χρήματα που κερδίσατε ως τραγουδιστής πλέον;
Μέναμε σε μια παράγκα στο Πέραμα, την οποία είχε αγοράσει ο πατέρας μου με το εφάπαξ του ως ναυτικός. Πολλές φορές, όταν φυσούσε, την έπαιρνε ο αέρας και φωνάζαμε τους γείτονες και την έστηναν ξανά. Οπότε, όταν άρχισα να γίνομαι γνωστός, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να φτιάξω ένα σπίτι με τούβλα για τους δικούς μου.


Η συνέχεια είναι γνωστή: νυχτερινά μαγαζιά, σπουδαίες συνεργασίες, δημοσιότητα. Κι ενώ ήσασταν στο απόγειο της καριέρας σας, τα παρατήσατε όλα...
Επαναστάτησα. Ενα βράδυ πήρα τη μεγάλη απόφαση να απομακρυνθώ από αυτήν τη δουλεία της δόξας. Αν συνέχιζα, δεν ξέρω ποια θα ήταν η διαδρομή μου. Εφυγα γιατί άρχισα να γίνομαι επαγγελματίας και κοιτούσα το μεροκάματο. Αρχισα να πωρώνομαι και έχασα αυτό τον αυθορμητισμό μου να θέλω να τραγουδήσω. Ο δικός μου τρόπος ζωής είναι κοντά στη φύση, στα ζώα, στην οικογένεια. Ο άνθρωπος πρέπει να βλέπει τον ήλιο και τα χρώματα με καθαρή ματιά. Κατάλαβα ότι και μέσα σε παλάτια να ζεις, αν δεν υπάρχουν ο Χριστός και η αγάπη μέσα μας, μοιάζει σαν να ζεις στο τίποτα.

espressonews
« PREV
NEXT »

Δεν υπάρχουν σχόλια

Δημοσίευση σχολίου