stoxos News

28/11/16

ΔΑΚΤΥΛΙΚΑ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ: ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΒΑΒΥΛΩΝΙΟΥΣ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ «ΙAFIS»







Το ημερολόγιο έγραφε 19 Ιουνίου 1892 όταν ένα αιματοβαμμένο αργεντίνικο δακτυλικό αποτύπωμα είχε μια μοχθηρή ιστορία να διηγηθεί.

Τα δύο μικρά παιδιά της Φραντσέσκα Ρόχας ήταν νεκρά στο σπίτι τους σε μια μικρή κωμόπολη έξω από το Μπουένος Άιρες. Η μητέρα, που έφερε ίχνη επίθεσης με μαχαίρι στον λαιμό της, είπε πως ήταν ένας γείτονας, ονόματι Βελάσκες, που την είχε απειλήσει ξανά εκείνη τη μέρα, όταν εκείνη αρνήθηκε για άλλη μια φορά να ενδώσει στο επίμονο φλερτ του.




Επιστρέφοντας η Ρόχας στο σπίτι, είδε τον Βελάσκες να βγαίνει από την εξώπορτα. Μέσα στο σαλόνι κείτονταν μαχαιρωμένα τα δυο της παιδιά, το εξάχρονο αγόρι και το τετράχρονο κορίτσι της.

Η αστυνομία συνέλαβε και ανέκρινε τον άντρα, ο οποίος αρνιόταν ωστόσο κάθε εμπλοκή στην υπόθεση. Συνέχισε μάλιστα να μην αποδέχεται τις κατηγορίες παρά τις ιδιαιτέρως επώδυνες τεχνικές των ανακριτών. Κάποια στιγμή οι αστυνομικοί τον έδεσαν πάνω στα πτώματα των δυο παιδιών μπας και «σπάσει», αλλά και πάλι τίποτα. Ο Βελάσκεθ ούρλιαζε πως ήταν αθώος παρά το γεγονός ότι πέρασε όλη την επόμενη βδομάδα μέσα σε καθημερινή βία, ξυλοδαρμούς και βασανιστήρια.

Η υπόθεση είχε φτάσει σε αδιέξοδο, κι έτσι κλήθηκε κάποιος Χουάν Βούσετιτς, ένας 34χρονος κροάτης μετανάστης στην Αργεντινή που ήταν πια επικεφαλής της Εγκληματολογικής Διεύθυνσης της Αστυνομίας, να συμβάλει στο έργο της εξιχνίασης. Ο αξιωματικός είχε μαγευτεί από τις ανθρωπομετρικές έρευνες του Γάλλου Αλφόνς Μπερτιγιόν εδώ και μια δεκαετία και είχε πλέον τις δικές του θεωρίες πάνω στη βιομετρία. Έστειλε λοιπόν τον βοηθό του στον τόπο του εγκλήματος για να δει αν το σύστημα ταυτοποίησης υπόπτων που είχε εν σπέρματι δημιουργήσει μπορούσε να λύσει το μυστήριο…

Ο φόνος που τα άλλαξε όλα



Ο Μπερτιγιόν, αρχειοθέτης άλλοτε της Αστυνομίας των Παρισίων, είχε κρίνει ότι οι μέθοδοι αναγνώρισης δραστών που εφαρμόζονταν από τις γαλλικές αρχές ήταν ανεπαρκείς, κι έτσι αποφάσισε να φτιάξει ένα πιο αξιόπιστο σύστημα αντιστοίχησης που θα βασιζόταν στη μέτρηση (έντεκα) μερών του σώματος, όπως το μέγεθος της κεφαλής, του μήκους των άκρων και των γενικότερων διαστάσεων του σώματος. Στη δική του μέθοδο γινόταν ακόμη αναφορά στα στίγματα που εντοπίζονταν στο σώμα, όπως ουλές, τατουάζ κ.λπ., αλλά και σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του φυσικού προσώπου.



Η ανθρωπομετρία, γνωστή τότε και ως μπερτιγιονάζ (bertillonage), από το όνομα του επινοητή της Μπερτιγιόν, υιοθετήθηκε σύντομα από τις βρετανικές και τις αμερικανικές αστυνομικές αρχές, κάνοντας τον εγκληματολόγο γνωστό στα πέρατα του κόσμου. Ο Βούσετιτς είχε εντυπωσιαστεί μεν κι αυτός από τη νέα μέθοδο, τη θεωρούσε όμως γεμάτη ψεγάδια, κι έτσι στράφηκε σε ένα πανάρχαιο σύστημα ταυτοποίησης των ανθρώπων: τα δακτυλικά αποτυπώματα!




Παρενθετικά, η Ιστορία θα δικαίωνε τον κροάτη μετανάστη, καθώς μόλις λίγα χρόνια αργότερα το μπερτιγιονάζ κρίθηκε αναξιόπιστο αφού όχι μόνο οι μετρήσεις αλλοιώνονταν με την πάροδο του χρόνου, αλλά και υπήρχε πάντα η πιθανότητα διαφοροποίησης ως προς τον τρόπο των μετρήσεων που πραγματοποιούνταν από διαφορετικά άτομα.

Ο Βούσετιτς εισήγαγε στη σύγχρονη εγκληματολογία αυτό που οι αρχαίοι πολιτισμοί ήξεραν σχεδόν διαισθητικά, ότι κάθε ανθρώπινο αποτύπωμα είναι μοναδικό. Οι Βαβυλώνιοι απαιτούσαν εξάλλου το δακτυλικό αποτύπωμα των συμβαλλόμενων μελών πάνω στα πήλινα συμβόλαια για να απαλλαγούν από την πλαστογραφία ήδη από το 2000 π.Χ. Αλλά και πολλοί ακόμα λαοί της αρχαιότητας τα χρησιμοποιούσαν εν είδει υπογραφής για την πιστοποίηση της ταυτότητας του πολίτη, όπως μαρτυρούν αγγεία του ελληνικού, κινεζικού, αιγυπτιακού και ρωμαϊκού πολιτισμού.



Παρά ταύτα, το θέμα των δακτυλικών αποτυπωμάτων ξεχάστηκε τελικά από την οικουμένη και έπρεπε να περάσουν αρκετές χιλιάδες χρόνια για να το ξαναθυμηθεί, μέχρι το 1892 δηλαδή ακριβώς! Γιατί αυτή θα ήταν η πρώτη ποτέ χρήση δακτυλικών αποτυπωμάτων από την εγκληματολογία.




Ο ερευνητής του Βούσετιτς, ο επιθεωρητής Αλβάρες της Κεντρικής Αστυνομικής Διεύθυνσης, δασκαλεμένος από τον ίδιο, αναζήτησε δακτυλικά αποτυπώματα στον τόπο του εγκλήματος και βρήκε τελικά ένα «καφέ ίχνος» πάνω στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας, το οποίο εξετάζοντάς το αποδείχτηκε πως ήταν αποτύπωμα δακτύλου από ξεραμένο αίμα. Ο Βούσετιτς, διευθυντής του Κέντρου Δακτυλοσκοπίας του Μπουένος Άιρες, μιας δακτυλοσκοπίας που είχε ο ίδιος ανακαλύψει την προηγούμενη χρονιά, έβαλε τη Ρόχας να του δώσει το δακτυλικό της αποτύπωμα πάνω σε μελάνι, θέλοντας να ελέγξει τη θεωρία του.

Την οποία αποκαλούσε «συγκριτική δακτυλοσκοπία» και βάσιζε όχι τόσο πάνω στο μπερτιγιονάζ, όσο στα παρατηρησιακά δεδομένα και τα πειράματα του πολυμαθούς βικτοριανού σερ Φράνσις Γκάλτον, που ήταν μεν ξάδερφος του Κάρολου Δαρβίνου, δεν είχε ωστόσο να ζηλέψει σε τίποτα τον αιρετικό φυσιοδίφη σε όρους επιστημοσύνης.

Ο Γκάλτον, μέσα στο τεράστιο σε έκταση και όγκο έργο του, είχε υπογραμμίσει κάπου πως τα δακτυλικά αποτυπώματα μπορούσαν να θεωρηθούν αξιόπιστα ως προσωπικά τεκμήρια καθώς δεν επιδέχονταν αλλοιώσεις. Το θέμα που παρέμενε όμως ήταν αν είναι πράγματι μοναδικά σε κάθε άνθρωπο. Η απόδειξη της θεωρίας έμελλε να είναι εμπειρική, γεννώντας ένα νέο πεδίο εγκληματολογικής έρευνας.

Γιατί μπορεί ο γερμανός ανατόμος J.C. Mayer να είχε υπαινιχθεί ήδη από το 1788 ότι τα σχέδια που αφήνει η επιδερμίδα της εσωτερικής πλευράς των δακτύλων είναι μοναδικά για κάθε άνθρωπο, κανείς δεν του είχε δώσει όμως σημασία. Οι ανθρωπομετρικές μέθοδοι του Μπερτιγιόν έκαναν εξάλλου θραύση στις αστυνομίες της Δύσης και κάθε εγκληματολογική συζήτηση ήταν κομμένη!

Παρά το γεγονός ότι ακόμα και ο Βούσετιτς δεν είχε παρά μια στοιχειώδη κατανόηση των αναγνωριστικών τεχνικών, κατάφερε να συνάγει το συμπέρασμα ότι το ξεραμένο αποτύπωμα στην πόρτα ήταν της Ρόχας. Φέρνοντάς τη ενώπιον του θριάμβου αυτού της σήμανσης, η μητέρα ξέσπασε σε αναφιλητά και ομολόγησε το έγκλημά της.

Η Ρόχας είχε σκοτώσει τα παιδιά της στην απέλπιδα προσπάθειά της να βελτιώσει τις πιθανότητες να την παντρευτεί ο σύντροφός της, ο οποίος φυσικά και θα την παντρευόταν αν δεν είχε «αυτά τα κουτσούβελα», όπως της έλεγε διαρκώς. Την ώρα που η σύγχρονη Μήδεια καταδικαζόταν σε ισόβια δεσμά, η μεγάλη νίκη ήταν της σήμανσης και όχι των ανακριτικών αρχών....

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ


newsbeast

loading...
« PREV
NEXT »

Δεν υπάρχουν σχόλια

Δημοσίευση σχολίου